Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι λιγότερο εκτεθειμένα σε ενεργειακές κρίσεις -δηλαδή όταν οι τιμές των ορυκτών καυσίμων παρουσιάζουν μεγάλες και απότομες ανατιμήσεις- είναι αυτά που τροφοδοτούν το εγχώριο δίκτυο ηλεκτροδότησης στην Ευρώπη, κυρίως, με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), πυρηνική ενέργεια ή άλλες μεθόδους παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας, καταλήγει έρευνα του ινστιτούτου ερευνών Bruegel. Ακόμη και αν το κόστος ηλεκτροδότησης οδηγηθεί σε υψηλότερα επίπεδα στα κράτη-μέλη με ανεπτυγμένες ΑΠΕ, σταθεροποιείται στην πορεία σε χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με τις χώρες που εξαρτώνται επί το πλείστον από ορυκτά καύσιμα και ειδικότερα το φυσικό αέριο.
Οι αναλυτές του Bruegel συστήνουν, επίσης, στις κυβερνήσεις να αποφύγουν παρεμβάσεις στη λειτουργία των αγορών και μέτρα για τη στήριξη της κατανάλωσης, όπως έπραξαν στην ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. «Αυτό θα ήταν λάθος», αναφέρεται στην έκθεση, προσθέτοντας ότι ωφέλιμα είναι μόνο τα στοχευμένα μέτρα που απευθύνονται στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Ωστόσο μέτρα σαν «το πλαφόν των τιμών χονδρικής, η επιδότηση του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, ο διαχωρισμός των ορυκτών καυσίμων από τις ΑΠΕ ή η προσπάθεια είσπραξης υπερκερδών από τις ΑΠΕ θα διαστρέβλωναν την πορεία των τιμών και κατ’ επέκταση την προσαρμογή της ζήτησης και τις επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια». Ούτε θα πρέπει να ανοίξει ξανά το κεφάλαιο του ρωσικού φυσικού αερίου διότι έτσι η Ευρώπη θα οπισθοχωρούσε σε μια σχέση ενεργειακής εξάρτησης, υπογραμμίζει το Bruegel.
Μολονότι η ΕΕ βρίσκεται σε λιγότερο δυσμενή θέση συγκριτικά με τις συνθήκες που επικράτησαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προ τετραετίας, οι προκλήσεις αναμένεται να μεγεθυνθούν ιδιαίτερα εάν συνεχιστεί ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν που έχει επεκταθεί σε περιφερειακή σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο. Η ετήσια άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου κατά, τουλάχιστον, 70% αποδίδεται στον πόλεμο που διεξάγεται στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εδώ και πέντε εβδομάδες, ακινητοποιώντας τη διεθνή ναυτιλία σε μια από τις κεντρικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Όσα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν ενσωματώσει τις ΑΠΕ και έχουν μειώσει τη χρήση φυσικού αερίου στο ενεργειακό τους μείγμα παρουσιάζουν χαμηλότερες τιμές στο ηλεκτρικό ρεύμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ισπανία. Η ραγδαία ανάπτυξη της αιολικής και ηλιακής ενέργειας μείωσε το ποσοστό του χρονικού διαστήματος που το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος από 75% το 2019 σε μόλις 15% το 2026. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μείωση σε σχέση με κάθε άλλη αγορά στην Ευρώπη.

Μετά το ξέσπασμα του πολέμου υπήρξε απότομη άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ισπανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά έπειτα σταθεροποιήθηκαν σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα. Όπως αναφέρει το Bruegel, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ισπανία για το υπόλοιπο του 2026 προβλέπεται να κυμανθεί περίπου στα 66 ευρώ τη μεγαβατώρα (MWh), δηλαδή χαμηλότερη κατά το ήμισυ από την Ιταλία όπου το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στο 90% του χρόνου.
Διαβάστε περισσότερα στο powergame.gr
Διαβάστε ακόμη
