Ένας παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν ενδέχεται να έχει σοβαρότερες επιπτώσεις στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, τη Γερμανία, σε σχέση με την οικονομική κρίση του 2009, την πανδημία Covid-19 και τον πόλεμο στην Ουκρανία, οδηγώντας σε διαρκή αποβιομηχάνιση και μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, εκτιμούν αναλυτές στο Montel.

Σύμφωνα με τον Άλεξ Σμιντ της Montel Energy Brainpool, η κατανάλωση ενέργειας στη Γερμανία θα ακολουθούσε ούτως ή άλλως πτωτική πορεία τα επόμενα χρόνια, ωστόσο η τρέχουσα κρίση αναμένεται να εντείνει αυτή την τάση.

Αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας

Οι εκτιμήσεις αυτές έρχονται μετά την αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας. Πέντε οικονομικά ινστιτούτα προβλέπουν πλέον αύξηση του ΑΕΠ κατά μόλις 0,6% για φέτος, σημαντικά χαμηλότερα από το 1,3% που αναμενόταν τον Σεπτέμβριο, ενώ για το 2027 η ανάπτυξη τοποθετείται στο 0,9% αντί για 1,4%. Η υποβάθμιση των προβλέψεων αποδίδεται στο «σοκ τιμών ενέργειας» που προκαλεί ο πόλεμος, όπως επισημαίνει ο Τίμο Βόλμερσχοϊζερ από το ινστιτούτο Ifo του Μονάχου.

Η νέα κρίση έρχεται μόλις τέσσερα χρόνια μετά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, όταν οι τιμές εκτοξεύθηκαν σε όλη την Ευρώπη λόγω των περιορισμών στο ρωσικό φυσικό αέριο. Σήμερα, οι τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν έως και διπλάσιες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη εκείνης της σύγκρουσης.

Αναλυτές εκτιμούν ότι αν η σύγκρουση με το Ιράν παραταθεί, οι τιμές του φυσικού αερίου θα μπορούσαν να τριπλασιαστούν, κυρίως λόγω του ουσιαστικού αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και LNG.

Σε περίπτωση που οι εχθροπραξίες διαρκέσουν για μήνες και υπάρξει ακόμη και ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το ενδεχόμενο ύφεσης καθίσταται ιδιαίτερα πιθανό, με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν εκείνες προηγούμενων κρίσεων, σύμφωνα με τον αναλυτή Χουανγκλουολούν Ζου.

Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιταχυνόμενη αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, με αποτέλεσμα τη μείωση της ενεργειακής ζήτησης. Στη Γερμανία, όπου η βιομηχανία αντιπροσωπεύει πάνω από το 40% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, εκτιμάται ότι η ζήτηση θα μπορούσε να υποχωρήσει πάνω από 5%, ή ακόμη και να ξεπεράσει το 10% σε ακραία σενάρια.

Οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου επιβαρύνουν σημαντικά τις βιομηχανικές επιχειρήσεις, ενώ δεν αποκλείεται να ενταθεί η μετεγκατάσταση παραγωγικών μονάδων σε άλλες χώρες, εάν η κρίση παραταθεί. Ωστόσο, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό με εκείνες του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, εν μέρει λόγω της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών τα τελευταία χρόνια, που φαίνεται να περιορίζει τη σύνδεσή τους με το κόστος του φυσικού αερίου.

Παράλληλα, ενδέχεται να ενισχυθεί η στροφή προς την ηλεκτροκίνηση και τον εξηλεκτρισμό τομέων όπως η θέρμανση και οι μεταφορές, αυξάνοντας τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με άλλα καύσιμα. Όσον αφορά την αντιμετώπιση της κρίσης, ειδικοί εκτιμούν ότι η οικονομία μπορεί να προσαρμοστεί μέσω μηχανισμών αγοράς και τιμολογιακών σημάτων, χωρίς απαραίτητα εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις.

Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές τιμές ενέργειας κατέγραψαν νέα άνοδο, μετά από δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ που υποδηλώνουν ότι δεν επίκειται άμεσο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ενισχύοντας τα σενάρια για μια παρατεταμένη κρίση.

Διαβάστε ακόμη