Μουδιασμένη και με εμφανή αμηχανία παρακολουθεί η Ευρώπη τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, την ώρα που το νέο γεωπολιτικό σοκ μεταφέρεται ήδη με ορμή στις τιμές της ενέργειας. «Η Σύνοδος Κορυφής της 19ης Μαρτίου στις Βρυξέλλες δεν κατέληξε σε εκείνη τη μεγάλη, άμεση ευρωπαϊκή απάντηση που πολλοί ανέμεναν απέναντι στο νέο κύμα ακρίβειας», σχολιάζουν πηγές στο energygame.gr. Αντιθέτως, άφησε την αίσθηση μιας Ένωσης που αναγνωρίζει τη σοβαρότητα της κρίσης, αλλά ακόμη αναζητεί τον βηματισμό της, μεταθέτοντας κρίσιμες αποφάσεις για αργότερα. Τα ίδια τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δείχνουν ότι η ΕΕ μιλά πλέον ανοιχτά για «συντονισμένη απάντηση», αλλά ταυτόχρονα περιορίζεται, προς το παρόν, σε «στοχευμένα προσωρινά μέτρα» και σε νέα εντολή προς την Επιτροπή να επανέλθει με προτάσεις.
Η εικόνα του κλίματος είναι ίσως εξίσου αποκαλυπτική με το περιεχόμενο των αποφάσεων. Το Politico, περιγράφει μια σύνοδο με «παγωμένη» ατμόσφαιρα, ιδίως καθώς η αντιπαράθεση για την Ουκρανία και το μπλοκάρισμα του ουγγρικού βέτο επιβάρυναν ακόμη περισσότερο το πολιτικό περιβάλλον. Το αποτέλεσμα ήταν μια συνάντηση στην οποία η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η δυσλειτουργία της ευρωπαϊκής ομοφωνίας αλληλεπιδρούσαν διαρκώς. «Αυτό που έμεινε τελικά δεν ήταν η εικόνα μιας Ένωσης που πατά αποφασιστικά το κουμπί, αλλά μιας Ένωσης που προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες ενώ ταυτόχρονα πολλαπλασιάζονται τα μέτωπα πίεσης», σημειώνουν οι ίδιες πηγές.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται διχασμένοι ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί: από τη μία πλευρά, χώρες όπως η Ελλάδα ζητούν πιο αποφασιστική και άμεση παρέμβαση για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων, επικαλούμενες τόσο το προηγούμενο της πανδημίας όσο και τα μέτρα που είχαν ληφθεί κατά την ενεργειακή κρίση του 2022. Από την άλλη, αρκετά κράτη-μέλη επιμένουν στην ανάγκη αποφυγής βεβιασμένων κινήσεων, προειδοποιώντας ότι παρεμβάσεις χωρίς προσεκτικό σχεδιασμό ενδέχεται να προκαλέσουν νέες στρεβλώσεις και να διαταράξουν περαιτέρω τη λειτουργία της ενεργειακής αγοράς.
Στο πεδίο της ενέργειας, τα επίσημα συμπεράσματα είναι σαφή. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι η πρόσφατη άνοδος στις τιμές των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων αποδεικνύει πόσο εκτεθειμένη παραμένει η Ευρώπη στις διεθνείς αναταράξεις. Υπογραμμίζει μάλιστα ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει «άμεσο αντίκτυπο» στις τιμές για πολίτες και επιχειρήσεις, κάτι που επιβάλλει συντονισμένη αντίδραση. Όμως ακριβώς στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και το κενό: η απόφαση δεν ενεργοποιεί κάποιο νέο πανευρωπαϊκό εργαλείο άμεσης αναχαίτισης του κόστους, αλλά ζητεί από την Επιτροπή να παρουσιάσει «χωρίς καθυστέρηση» μια εργαλειοθήκη προσωρινών, στοχευμένων μέτρων.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων των «27» βρέθηκε η ανάγκη για άμεσες αλλά και διαρθρωτικές παρεμβάσεις, με στόχο να συγκρατηθεί η νέα άνοδος στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας που πυροδοτεί η εκτίναξη των τιμών φυσικού αερίου μετά τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στο Κατάρ και την αστάθεια γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Σε πρώτη φάση, συμφωνήθηκε η Κομισιόν να συνεργαστεί στενά με τα κράτη-μέλη για την προετοιμασία προσωρινών και στοχευμένων εθνικών μέτρων στήριξης, δίνοντας μεγαλύτερη ευελιξία στις κρατικές ενισχύσεις ώστε οι κυβερνήσεις να μπορούν να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα δρομολογούνται παρεμβάσεις για μείωση της φορολογίας στην ηλεκτρική ενέργεια και περιορισμό των χρεώσεων δικτύου, ιδίως για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Ταυτόχρονα, η Επιτροπή άφησε ανοιχτό το πεδίο για προσαρμογές στο ETS, με αναθεώρηση έως τον Ιούλιο του 2026, ενίσχυση του μηχανισμού σταθεροποίησης της αγοράς άνθρακα και πιθανή παράταση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους, χωρίς όμως να τίθεται θέμα κατάργησης του συστήματος. Στο ίδιο πλαίσιο ανακοινώθηκε και νέο ταμείο 30 δισ. ευρώ, χρηματοδοτούμενο από έσοδα του ETS, για επενδύσεις απανθρακοποίησης, με έμφαση στις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος. Με άλλα λόγια, η Σύνοδος συμφώνησε σε μια κατεύθυνση παρεμβάσεων, αλλά όχι ακόμη σε ένα πλήρως ενεργοποιημένο πακέτο μέτρων, αφήνοντας στα κράτη-μέλη μεγαλύτερο περιθώριο για εθνικές κινήσεις και στην Επιτροπή την ευθύνη να εξειδικεύσει τις τελικές λύσεις το αμέσως επόμενο διάστημα.
Ωστόσο, όπως λένε οι αναλυτές το πρώτο βασικό συμπέρασμα της συνόδου: η Ευρώπη δεν έδωσε ακόμη λύση, αλλά κυρίως παράταση χρόνου. Στα χαρτιά, η Επιτροπή καλείται να κινηθεί επειγόντως σε όλα τα συστατικά του λογαριασμού ρεύματος, από τα καύσιμα και τις χρεώσεις δικτύου έως τη φορολογία και το κόστος άνθρακα. Στην πράξη, όμως, η δέσμη παραμένει ανοιχτή, χωρίς σαφή ποσοτικοποίηση, χωρίς οριστικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και χωρίς εγγύηση ότι θα υπάρξει κοινή γραμμή μεταξύ των 27. Η φράση που επανέρχεται τόσο στη συζήτηση της Επιτροπής όσο και στις παρεμβάσεις αξιωματούχων είναι ότι τα μέτρα θα είναι προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα. Αυτό φανερώνει προσοχή, αλλά και απροθυμία για μια πιο οριζόντια, επιθετική παρέμβαση.
Το δεύτερο βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ΕΕ επιμένει να απαντά στο άμεσο σοκ με ένα μείγμα βραχυπρόθεσμης ανακούφισης και μεσοπρόθεσμης μεταρρύθμισης, αποφεύγοντας μέχρι στιγμής δραστικές κινήσεις. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έθεσε στο τραπέζι τέσσερις άξονες: κρατικές ενισχύσεις, χαμηλότερους φόρους στην ηλεκτρική ενέργεια, χαμηλότερες χρεώσεις δικτύου για ενεργοβόρους κλάδους και παρεμβάσεις στο ETS. Η ίδια υποστήριξε ότι η φυσική ασφάλεια εφοδιασμού είναι διασφαλισμένη, αλλά ότι η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη σε απότομα άλματα τιμών και διακυμάνσεις. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει ρεύμα ή αέριο· είναι ότι δεν έχει θωρακιστεί απέναντι στο κόστος τους.
Εδώ ακριβώς εντοπίζουν οι αναλυτές και οι διπλωματικές πηγές τα μεγάλα κενά.
Το Reuters σημειώνει ότι οι εύκολες λύσεις απλώς δεν υπάρχουν και ότι κανένα από τα μέτρα που εξετάζονται δεν αναμένεται να μειώσει δραστικά τις τιμές όσο η διεθνής αγορά παραμένει αναστατωμένη και η πίεση στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζεται. Διπλωματικές πηγές μίλησαν μάλιστα ανοιχτά για απουσία «magic solution», ενώ επισημάνθηκε ότι η διαφορετική ενεργειακή δομή κάθε κράτους-μέλους δυσκολεύει μια ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση. Αυτή η παραδοχή είναι κρίσιμη: η Σύνοδος δεν επιβεβαίωσε μόνο τη σοβαρότητα της κρίσης, αλλά και τα όρια της ευρωπαϊκής ικανότητας να την απορροφήσει γρήγορα με ένα κοινό εργαλείο.
Τρίτο συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή συζήτηση μετατοπίστηκε γρήγορα στο ETS, δηλαδή σε έναν μηχανισμό με σαφώς μεσοπρόθεσμο και διαρθρωτικό χαρακτήρα. Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ζητούν από την Επιτροπή να παρουσιάσει έως τον Ιούλιο του 2026 την αναθεώρηση του ETS, με στόχο να μειωθεί η μεταβλητότητα της τιμής του άνθρακα και να περιοριστεί η επίδρασή της στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην εκτροπή δραστηριοτήτων. Παράλληλα, προβλέπεται η ενίσχυση του Market Stability Reserve και η προετοιμασία νέου «ETS Investment Booster» ύψους περίπου 30 δισ. ευρώ, χρηματοδοτούμενου από 400 εκατ. δικαιώματα εκπομπών, για έργα απανθρακοποίησης, με έμφαση στα χαμηλότερου εισοδήματος κράτη-μέλη.
Όμως και εδώ τα κενά είναι εμφανή. Το ταμείο των 30 δισ. ευρώ δεν είναι εργαλείο αντιμετώπισης της τρέχουσας έκρηξης τιμών, αλλά εργαλείο βιομηχανικής μετάβασης. Η ενίσχυση του MSR και η αναθεώρηση των benchmarks για τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων συνιστούν τεχνικές παρεμβάσεις, όχι άμεση απάντηση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που βλέπουν ήδη το κόστος να αυξάνεται. Επιπλέον, τα κράτη-μέλη είναι διχασμένα: δέκα χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, ζήτησαν βαθύτερη αναθεώρηση του ETS και παράταση των δωρεάν δικαιωμάτων για τη βιομηχανία, ενώ άλλες, όπως η Ισπανία και η Ολλανδία, αντιδρούν σε οποιαδήποτε αποδυνάμωση του συστήματος.
Τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι η Ένωση αφήνει όλο και περισσότερο χώρο σε εθνικές παρεμβάσεις. Η ίδια η φον ντερ Λάιεν είπε ότι δεν είναι εφικτή μια λύση «one-size-fits-all», καθώς τα ενεργειακά μείγματα διαφέρουν έντονα από χώρα σε χώρα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις θα κληθούν να αναζητήσουν δικές τους βραχυπρόθεσμες απαντήσεις, με τη συνδρομή ή την ανοχή της Επιτροπής. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική ευνοεί τα κράτη με μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο και ενδέχεται να διευρύνει τις ανισορροπίες στην ενιαία αγορά. Το Reuters προειδοποιεί ακριβώς γι’ αυτό: φορολογικές μειώσεις ή γενναιόδωρες κρατικές ενισχύσεις μπορούν να εμβαθύνουν το χάσμα ανάμεσα στις πλουσιότερες και στις πιο πιεσμένες οικονομίες.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει σαφή προσανατολισμό: έμφαση στην αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας, στη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας και στην ενίσχυση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα ζητά πιο άμεσες και ουσιαστικές ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, χωρίς ωστόσο να απορρίπτει τον συμβιβαστικό χαρακτήρα των συμπερασμάτων. Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα κρίνονται κατ’ αρχάς θετικά, καθώς περιλαμβάνουν αναφορές σε μέτρα για τις τιμές ενέργειας, στη μείωση της μεταβλητότητας της αγοράς και στη σημασία της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, καθώς και στήριξη προς την Κύπρο. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα παραμένει: η απουσία συγκεκριμένων αποφάσεων και σαφών χρονοδιαγραμμάτων, που ενισχύει την εικόνα μιας Ευρώπης που δυσκολεύεται να κινηθεί με ταχύτητα και ενιαία στρατηγική απέναντι στις κρίσεις.
Η ουσία, συνεπώς, είναι ότι η χθεσινή Σύνοδος Κορυφής επιβεβαίωσε μεν πως η ΕΕ αντιλαμβάνεται το μέγεθος του ενεργειακού κινδύνου, δεν έδειξε όμως ότι είναι ακόμη έτοιμη να πατήσει το κουμπί. Επέλεξε να αγοράσει χρόνο, να αναθέσει στην Επιτροπή την επεξεργασία λύσεων και να επανέλθει στο θέμα τον Ιούνιο του 2026 για αποτίμηση της προόδου. Αυτό από μόνο του είναι αποκαλυπτικό: η Ένωση γνωρίζει ότι το πρόβλημα είναι εδώ, αλλά δεν έχει ακόμη συμφωνήσει ποιο κουμπί είναι διατεθειμένη να πατήσει.
Διαβάστε ακόμη
