Η ανατολική ακτογραμμή της Βρετανίας διαβρώνεται με ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που είχαν προβλέψει οι επιστήμονες, με αποτέλεσμα να κατεδαφίζονται σπίτια και ολόκληρες γειτονιές να απειλούνται από τη θάλασσα. Την ίδια στιγμή, αναδύεται ένα εύλογο ερώτημα: κατά πόσο είναι ασφαλής και βιώσιμη μια επένδυση 40 δισ. λιρών, όπως ο πυρηνικός σταθμός Sizewell C, που κατασκευάζεται ακριβώς σε αυτή την ευάλωτη ακτογραμμή.
Σε περιοχές των κομητειών Norfolk και Suffolk, η διάβρωση των ακτών, ήδη από τις ταχύτερες στην Ευρώπη, έχει επιταχυνθεί δραματικά τους τελευταίους μήνες. Στο χωριό Thorpeness, μόλις 2 χιλιόμετρα από το εργοτάξιο του Sizewell C, περισσότερο από 27 μέτρα γκρεμού έχουν χαθεί από τον Δεκέμβριο του 2024. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός διάβρωσης ήταν έως πρόσφατα περίπου 2 μέτρα. Η απότομη αυτή μεταβολή οδήγησε στην κατεδάφιση 10 κατοικιών από τον Οκτώβριο, εκ των οποίων δύο είχαν πωληθεί τα τελευταία χρόνια έναντι άνω των 600.000 λιρών, μεταδίδουν οι Financial Times. Περισσότερες από 2.500 κατοικίες σε Norfolk και Suffolk εκτιμάται ότι διατρέχουν άμεσο κίνδυνο από τη διάβρωση, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές περιβάλλοντος.
Η ενεργειακή στρατηγική και ο παράγοντας «κλίμα»
Το Sizewell C σχεδιάζεται να καλύπτει περίπου το 7% της ηλεκτρικής ζήτησης της Βρετανίας για τουλάχιστον 60 χρόνια. Η παράκτια τοποθεσία του δεν είναι τυχαία: οι πυρηνικοί σταθμοί απαιτούν μεγάλες ποσότητες θαλασσινού νερού για ψύξη. Το νέο έργο κατασκευάζεται δίπλα στον εν λειτουργία πυρηνικό σταθμό Sizewell B, σε μία από τις καθορισμένες από την κυβέρνηση πυρηνικές ζώνες. Ωστόσο, η επιλογή της τοποθεσίας επανέρχεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας και η αυξανόμενη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων, απόρροια της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν νέους κινδύνου για υποδομές που σχεδιάζονται να λειτουργούν επί δεκαετίες. Ο πρώην επικεφαλής επιστημονικός σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης, Sir David King, έχει επισημάνει ότι η ανατολική Αγγλία «γέρνει» σταδιακά προς τη θάλασσα λόγω γεωλογικών διεργασιών, γεγονός που ενισχύει τις επιπτώσεις της ανόδου της στάθμης των υδάτων. Όπως τονίζει, η ανάγκη για πυρηνική ενέργεια είναι δεδομένη, αλλά προϋποθέτει στιβαρά και μακροπρόθεσμα μέτρα προστασίας.
Άμυνες απέναντι στη θάλασσα
Για τους παραπάνω λόγους, η κατασκευαστική εταιρεία EDF αναφέρει ότι έχουν αφιερωθεί «χιλιάδες ώρες» σε μελέτες εκτίμησης κινδύνου. Στα σχέδια περιλαμβάνεται η κατασκευή προστατευτικού αναχώματος από ογκόλιθους ύψους 14 μέτρων – αυξημένου κατά 2 επιπλέον μέτρα σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό – καθώς και προσωρινού τείχους 10 μέτρων κατά τη φάση των εργασιών. Ο σταθμός, σύμφωνα με την εταιρεία, σχεδιάζεται έτσι ώστε να αντέχει σε καταιγίδες που συμβαίνουν μία φορά κάθε 10.000 χρόνια και σε φαινόμενα παλίρροιας που συμβαίνουν μία φορά κάθε 100.000 χρόνια.
Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις, οι ανησυχίες δεν έχουν κοπάσει και οργανώσεις πολιτών και πανεπιστημιακοί επιμένουν ότι τα ρίσκα ίσως υποτιμώνται. Κάποια μοντέλα προσομοίωσης, όπως σημειώνουν επικριτές του έργου, δείχνουν πως έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030 η περιοχή θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ετήσιες πλημμύρες. Η εταιρεία απορρίπτει αυτές τις εκτιμήσεις ως υπερβολικές και μη ρεαλιστικές, όμως για όσους ζουν δίπλα στη θάλασσα, οι αριθμοί έχουν ήδη αποκτήσει πρόσωπο. Στο Thorpeness, η συζήτηση δεν αφορά μακροπρόθεσμα σενάρια ή θεωρητικές προβολές. Μετά τις σφοδρές χειμερινές καταιγίδες και τα ακραία φαινόμενα του Ιανουαρίου, πολλοί κάτοικοι λένε πως το περιθώριο που πίστευαν ότι είχαν εξαφανίστηκε. Εκεί που υπολόγιζαν ότι ίσως διαθέτουν ακόμη δύο ή τρία χρόνια ασφάλειας, τώρα μιλούν για λίγους μήνες. Η αγωνία δεν αφορά πια το αν, αλλά το πότε.
Διαβάστε ακόμη
