Για πρώτη φορά μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επαναφέρουν -έστω και διακριτικά, σε ανώτατο στρατιωτικό επίπεδο- τη συζήτηση περί μεγαλύτερης πυρηνικής αυτονομίας. Η κινητοποίηση αυτή δεν οφείλεται σε ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά σε μια αλληλουχία εξελίξεων που ενίσχυσαν το κλίμα στρατηγικής ανασφάλειας: ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, η όξυνση της ρωσικής ρητορικής και, κυρίως, η αυξανόμενη αβεβαιότητα για τη μακροπρόθεσμη δέσμευση της Ουάσιγκτον στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Κατά το ίδιο δημοσίευμα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διερευνούν, μέσω διμερών και τριμερών επαφών, εναλλακτικές μορφές αποτροπής σε περίπτωση που η αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα» αποδειχθεί λιγότερο αξιόπιστη απ’ όσο θεωρούνταν έως σήμερα. Καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε η προσωρινή διακοπή ανταλλαγής στρατιωτικών πληροφοριών από τις ΗΠΑ προς την Ουκρανία τον Μάρτιο του 2025: μια σύντομη αλλά ηχηρή υπενθύμιση του πόσο κρίσιμη παραμένει η αμερικανική συνδρομή για την ισορροπία δυνάμεων στο πεδίο.
Γαλλία και Βρετανία διαθέτουν πυρηνικά όπλα – Η πρωτοβουλία Μακρόν
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος αναμένεται να επαναφέρει δημόσια την ιδέα επέκτασης της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής προς όφελος της υπόλοιπης Ευρώπης. Ήδη από το 2024 είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας «ευρωπαϊκής διάστασης» της γαλλικής αποτρεπτικής δύναμης, μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία.
Σήμερα, μόνο δύο ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα: η Γαλλία και η Βρετανία. Συνολικά διαθέτουν περίπου 400 πυρηνικές κεφαλές, έναντι 1.670 των ΗΠΑ. Η σύγκριση δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική: το αμερικανικό οπλοστάσιο υποστηρίζεται από ένα πλήρες φάσμα συστημάτων εκτόξευσης και παγκόσμιας προβολής ισχύος, ενώ η Ρωσία διατηρεί ακόμη μεγαλύτερο και πιο ευέλικτο απόθεμα, συμπεριλαμβανομένων τακτικών πυρηνικών όπλων.
Το Λονδίνο, ωστόσο, βρίσκεται σε ιδιότυπη θέση. Παρότι διατηρεί επιχειρησιακή ανεξαρτησία, οι βαλλιστικοί πύραυλοί του κατασκευάζονται από την Lockheed Martin και η εφοδιαστική αλυσίδα του συνδέεται στενά με τις ΗΠΑ. Από το 1962, η Βρετανία έχει εντάξει την πυρηνική του αποτροπή στη δομή άμυνας του NATO, γεγονός που το καθιστά τη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει αναθέσει επισήμως το πυρηνικό της οπλοστάσιο στη Συμμαχία.
Αντίθετα, η Γαλλία διατηρεί πλήρη εθνικό έλεγχο της πυρηνικής της δύναμης, της λεγόμενης «force de frappe» και είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη που μπορεί να παράγει εξ ολοκλήρου τις δικές της πυρηνικές κεφαλές. Αυτό της προσδίδει στρατηγική αυτονομία, αλλά και το βάρος της πολιτικής απόφασης: θα ρίσκαρε το Παρίσι να ανταλλάξει πυρηνικά πλήγματα για χάρη μιας άλλης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας;
Τα εμπόδια
Το ερώτημα είναι υπαρξιακό. Όπως επισημαίνουν αναλυτές του Ινστιτούτου των Ηνωμένων Εθνών για την Έρευνα στον Αφοπλισμό, σε ένα υποθετικό σενάριο ρωσικής επίθεσης σε χώρα της Βαλτικής, η Γαλλία θα έπρεπε να σταθμίσει την ικανότητά της να προκαλέσει «απαράδεκτη ζημιά» στη Μόσχα έναντι της βεβαιότητας ότι θα δεχόταν αντίποινα. Η αποτροπή βασίζεται στην αξιοπιστία της πρόθεσης – όχι μόνο της ικανότητας.
Η ίδια η έννοια της «ευρωπαϊκής πυρηνικής δύναμης» συναντά σοβαρά εμπόδια. Η δημιουργία νέων εθνικών οπλοστασίων θα συνεπαγόταν τεράστιο οικονομικό κόστος, τεχνική πολυπλοκότητα και, κυρίως, παραβίαση διεθνών συνθηκών μη διάδοσης. Εναλλακτικά, θα απαιτούσε πολιτική συμφωνία ότι η πυρηνική προστασία ενός συμμάχου συνεπάγεται και την αποδοχή του κινδύνου άμεσης επίθεσης.
Η συζήτηση αναμένεται να απασχολήσει έντονα τη Munich Security Conference, όπου η πυρηνική αποτροπή επανέρχεται ως κεντρικό ζήτημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Παράλληλα, Παρίσι και Λονδίνο διερευνούν τρόπους καλύτερου συντονισμού των δυνάμεών τους, στη βάση της Διακήρυξης του Northwood, που αναγνωρίζει ότι οι πυρηνικές τους δυνάμεις είναι ανεξάρτητες αλλά μπορούν να συντονιστούν προς όφελος της Συμμαχίας.
ΕΕ και Βρετανία δαπάνησαν 530 δισ. το 2025
Το 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βρετανία δαπάνησαν συνολικά πάνω από 530 δισ. δολάρια για άμυνα – ποσό που υπερβαίνει το ήμισυ του ΑΕΠ της Πολωνίας. Μόνο η Γαλλία και η Βρετανία ξοδεύουν περίπου 12 δισ. δολάρια ετησίως για τη συντήρηση των πυρηνικών τους οπλοστασίων. Σε μια περίοδο δημοσιονομικών πιέσεων και κοινωνικών εντάσεων, η επέκταση αυτών των δαπανών για την κάλυψη τρίτων χωρών δεν είναι πολιτικά αυτονόητη.
Στο εσωτερικό της Γαλλίας, η Μαρίν Λε Πέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά έχουν ταχθεί κατά της ιδέας κοινής χρήσης της γαλλικής αποτροπής. Με προεδρικές εκλογές στον ορίζοντα, η αξιοπιστία της γαλλικής προσφοράς δεν θεωρείται δεδομένη από όλους τους εταίρους.
Από την άλλη πλευρά, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε επιμένει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν πλήρως προσηλωμένες στη διατλαντική συμμαχία. Αμερικανοί αξιωματούχοι διαβεβαιώνουν ότι η πυρηνική αποτροπή προς τους συμμάχους συνεχίζεται απρόσκοπτα. Ωστόσο, η πολιτική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ περί ευρωπαϊκής «αυτοχρηματοδότησης» της άμυνας έχει ενισχύσει την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον βλέπει την ευρωπαϊκή ασφάλεια πρωτίστως ως ζήτημα συμβατικής -και όχι πυρηνικής- ευθύνης.
Μπορεί η Ευρώπη να οικοδομήσει αξιόπιστη αποτροπή χωρίς τις ΗΠΑ;
Αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι μια πανευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη είναι μάλλον ανέφικτη. Πιο ρεαλιστική επιλογή θεωρείται η δραστική ενίσχυση των προηγμένων συμβατικών δυνατοτήτων: πυραυλικά συστήματα μεγάλης εμβέλειας, αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, δυνατότητες πλήγματος ακριβείας σε βάθος. Ένα τέτοιο οπλοστάσιο θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά, απειλώντας κρίσιμες ρωσικές υποδομές χωρίς να υπερβεί το πυρηνικό κατώφλι.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει στρατηγικό: μπορεί η Ευρώπη να οικοδομήσει αξιόπιστη αποτροπή χωρίς τις ΗΠΑ; Και αν ναι, σε ποιο βαθμό; Μια «πολυεπίπεδη πυρηνική ομπρέλα» που θα ανταγωνιζόταν την αμερικανική θα απαιτούσε δεκαετίες επενδύσεων και πολιτικής ενοποίησης που σήμερα δεν υφίσταται.
Η συζήτηση, ακόμη και αν παραμένει σε κλειστά δωμάτια, σηματοδοτεί μια βαθιά μετατόπιση. Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηριζόταν σε μια σταθερά: την αμερικανική εγγύηση. Σήμερα, χωρίς να έχει καταρρεύσει, αυτή η σταθερά αμφισβητείται. Και η Ευρώπη, αντιμέτωπη με μια Ρωσία που διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, αναζητά τρόπους να μειώσει την εξάρτησή της χωρίς να διαρρήξει τη συμμαχία που τη στήριξε επί 75 χρόνια.
Ίσως τελικά το πραγματικό διακύβευμα να μην είναι η δημιουργία μιας νέας πυρηνικής δύναμης, αλλά η αναδιαμόρφωση της έννοιας της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στην άμυνα. Η πυρηνική συζήτηση λειτουργεί ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης μετάβασης: από την άνεση της εξάρτησης στην ευθύνη της αυτονομίας.
