Ο νορβηγικός ενεργειακός κολοσσός Equinor περιορίζει τις επενδύσεις του σε έργα δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS), καθώς το κόστος παραμένει υψηλό και οι αγορές δεν αναπτύσσονται με τον ρυθμό που αναμενόταν.
Όπως σημειώνει το Upstream, τα τελευταία χρόνια, η εταιρεία είχε αναδειχθεί σε πρωτοπόρο στον τομέα του CCS. Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επιτυχημένη έναρξη λειτουργίας του έργου Northern Lights στη Νορβηγία, ενώ συμμετέχει ως συν-επενδυτής στο πρώτο σχεδιαζόμενο έργο CCS στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Northern Endurance. Παράλληλα, η Equinor είχε ήδη από τη δεκαετία του 1990 αναπτύξει το πρώτο υπεράκτιο έργο CCS παγκοσμίως, στο κοίτασμα Sleipner, καταγράφοντας μια ιστορική πρωτιά στον τομέα της υπόγειας αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα κάτω από τον βυθό της Βόρειας Θάλασσας.
Η αγορά CCS δεν αναπτύσσεται με τον ρυθμό που αναμενόταν
Μέχρι πρόσφατα, η εταιρεία εμφανιζόταν ιδιαίτερα αισιόδοξη για τις προοπτικές της στην αγορά CCS. Ωστόσο, ο διευθύνων σύμβουλος Άντερς Οπέδαλ δήλωσε, κατά την παρουσίαση των τελευταίων οικονομικών αποτελεσμάτων, ότι οι αγορές δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα «αναπτύσσονται με βραδύτερο ρυθμό από τον αναμενόμενο» και ότι η εταιρεία δεν προτίθεται να προχωρήσει σε νέες επενδύσεις έως ότου διαπιστώσει «μια καλύτερη αγορά από αυτή που βλέπουμε σήμερα».
«Θα είμαστε σε θέση να επενδύσουμε καθώς οι αγορές αναπτύσσονται, οι πελάτες διασφαλίζονται και οι αποδόσεις είναι ικανοποιητικές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος επισήμανε ότι οι διαδικασίες αδειοδότησης, τα καθεστώτα στήριξης και οι αιτήσεις για έργα δέσμευσης CO2 έχουν επιβραδυνθεί, παρά τις βελτιώσεις στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που διέπει τη μεταφορά και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. Όπως εξήγησε, πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια οι πελάτες επικοινωνούσαν με την Equinor για την αγορά φυσικού αερίου και παράλληλα εξέταζαν λύσεις για υδρογόνο, καθώς και για μεταφορά και αποθήκευση CO2.
«Σήμερα συνεχίζουν να αγοράζουν φυσικό αέριο, αλλά έχουν αναβάλει τους δικούς τους στόχους για μείωση των εκπομπών πέραν του 2030», σημείωσε. Πρόσθεσε ότι όταν οι περισσότερες εταιρείες και κυβερνήσεις είχαν θέσει ως ορόσημο το 2030, υπήρχε πολύ μεγαλύτερη πίεση και εστίαση από την πλευρά των πελατών για την ταχεία ανάπτυξη της αγοράς CCS.
«Τώρα, με τους στόχους να μετατίθενται πέραν του 2030, έχουμε διαπιστώσει ότι είναι πολύ δύσκολο να συγκεντρωθούν επαρκείς ποσότητες CO2 ώστε να συναφθούν μακροπρόθεσμα συμβόλαια», υπογράμμισε, περιγράφοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος στη διασφάλιση βιώσιμων εμπορικών συμφωνιών.
Μείωση επενδύσεων για την Equinor
Στο πλαίσιο αυτό, η Equinor ανακοίνωσε ότι οι κεφαλαιουχικές της δαπάνες για τα έτη 2026 και 2027 θα μειωθούν συνολικά κατά 4 δισεκατομμύρια δολάρια. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μείωσης αφορά τον τομέα των λύσεων χαμηλών εκπομπών άνθρακα και των έργων ηλεκτρικής ενέργειας. Ο τομέας «low carbon solutions» της εταιρείας περιλαμβάνει κυρίως έργα δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα, παραγωγής υδρογόνου και αμμωνίας.
Η αναδίπλωση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη της στρατηγικής για χαμηλότερες εκπομπές, αλλά αντανακλά μια πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στις συνθήκες της αγοράς και στη διαμόρφωση της ζήτησης. Η Equinor διαμηνύει ότι παραμένει τοποθετημένη στρατηγικά στον τομέα, ωστόσο θα προχωρήσει σε νέες δεσμεύσεις κεφαλαίων μόνο όταν διασφαλιστούν σαφέστερα εμπορικά σήματα, σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον και επαρκείς αποδόσεις για τους μετόχους της.
Διαβάστε ακόμη
