Η Chevron Corp., η Eni SpA, η QatarEnergy και η Repsol SA συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγάλων ενεργειακών εταιρειών που εξασφάλισαν δικαιώματα έρευνας για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στη Λιβύη, σε μια εξέλιξη που αποτελεί το πιο πρόσφατο σημάδι ότι η χώρα, η οποία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στην Αφρική, ανοίγεται ξανά σε επενδύσεις έπειτα από χρόνια εμφυλίου πολέμου.

Όπως γράφει το Bloomberg, η κρατική National Oil Corp. (NOC) ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της δημοπρασίας για χερσαία και θαλάσσια οικόπεδα, στην πρώτη προκήρυξη αδειών έρευνας από το 2007. Από τα 20 ερευνητικά τεμάχια που προσφέρθηκαν, μόνο πέντε έλαβαν έγκυρες προσφορές, με τους αξιωματούχους να δεσμεύονται ότι θα προχωρήσουν σε βελτιώσεις ενόψει του επόμενου γύρου παραχωρήσεων.

Ενισχύεται το ενδιαφέρον για τη Λιβύη

Το ενδιαφέρον για τη χώρα-μέλος του ΟΠΕΚ, η οποία παραμένει διχασμένη ανάμεσα σε αντίπαλες κυβερνήσεις στην ανατολή και τη δύση, ενισχύεται σε μια περίοδο που οι μεγάλες πετρελαϊκές επιδιώκουν να αυξήσουν τα αποθέματά τους. Οι προβλέψεις ότι η ζήτηση για αργό πετρέλαιο θα παραμείνει ισχυρή για μεγαλύτερο διάστημα, λόγω της πιο αργής ενεργειακής μετάβασης, ενθαρρύνουν τέτοιες κινήσεις. Παράλληλα, η πιο δυναμική εξωτερική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φαίνεται να δίνει στις αμερικανικές εταιρείες μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για συμφωνίες και επέκταση σε πολιτικά ευαίσθητες χώρες, όπως το Ιράκ και η Λιβύη.

Αν και ορισμένοι μεγάλοι παραγωγοί, όπως η Eni και η γαλλική TotalEnergies SE, συνέχισαν να επενδύουν στη Λιβύη κατά τη διάρκεια του πολέμου, πολλές εταιρείες αποθαρρύνθηκαν από την αστάθεια, καθώς οι ενεργειακές εγκαταστάσεις βρέθηκαν συχνά στο επίκεντρο της σύγκρουσης.

Η Chevron εξασφάλισε άδεια έρευνας στη λεκάνη της Σύρτης, σηματοδοτώντας μια σημαντική επιστροφή στην πιο παραγωγική χερσαία περιοχή της Λιβύης. Παράλληλα, η ιταλική Eni, η QatarEnergy και κοινοπραξία αποτελούμενη από την ισπανική Repsol, την Turkiye Petrolleri AO και την ουγγρική Mol Nyrt. απέσπασαν άδειες για υπεράκτια οικόπεδα.

Τα 20 ερευνητικά τεμάχια που τέθηκαν σε δημοπρασία πριν από περίπου έναν χρόνο εκτιμάται ότι διαθέτουν 10 δισεκατομμύρια βαρέλια διαθέσιμων πόρων, ενώ επιπλέον 18 δισεκατομμύρια βαρέλια θεωρούνται ακόμη μη ανακαλυφθέντα.

Η NOC ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης της τελετής απονομής, ότι θα επανεξετάσει τις μη έγκυρες προσφορές που κατατέθηκαν για άλλα τεμάχια, προκειμένου να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Παράλληλα, θα μελετήσει τα οικόπεδα που δεν προσέλκυσαν καμία προσφορά, ώστε να αναθεωρήσει και να βελτιώσει τους όρους και να τα επαναπροκηρύξει στον επόμενο γύρο.

«Σύντομα θα υπάρξει νέος γύρος παραχωρήσεων, ο οποίος αναμένεται εντός του έτους, μετά την ολοκλήρωση ορισμένων διαδικασιών και τη λήψη των απαραίτητων εγκρίσεων», δήλωσε σε τηλεφωνική συνέντευξη ο πρόεδρος της NOC, Μασούντ Σουλεϊμάν. «Θα πραγματοποιηθούν διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση των όρων και την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της επιτροπής του διαγωνισμού και των διεθνών επενδυτών».

Λίβυοι αξιωματούχοι στον τομέα της ενέργειας δήλωσαν ότι στόχος είναι η αύξηση της ημερήσιας παραγωγής αργού στα 2 εκατομμύρια βαρέλια έως το 2030, από περίπου 1,4 εκατομμύρια σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, προσφέρονται νέες συμφωνίες κατανομής παραγωγής με βελτιωμένους δημοσιονομικούς όρους, απλοποιημένους μηχανισμούς ανάκτησης κόστους και σαφέστερη κατανομή κερδών.

Ήδη καταγράφονται ορισμένες επιτυχίες, καθώς η TotalEnergies και η ConocoPhillips υπέγραψαν τον περασμένο μήνα συμφωνίες για τον υπερδιπλασιασμό της παραγωγικής ικανότητας της κοινοπραξίας Waha Oil, με επενδύσεις που ενδέχεται να φτάσουν τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια σε ορίζοντα 25 ετών.

Ο επικεφαλής της NOC ανέφερε επίσης, σε συνέδριο στο Κατάρ την περασμένη εβδομάδα, ότι η Λιβύη επιδιώκει να αυξήσει έως το τέλος της δεκαετίας και τις εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω αγωγών, οι οποίες είχαν σε μεγάλο βαθμό διακοπεί τα τελευταία χρόνια.

Η προηγούμενη προκήρυξη ερευνητικών αδειών στη Λιβύη είχε πραγματοποιηθεί τέσσερα χρόνια πριν από την εξέγερση κατά του Μουαμάρ Καντάφι, η οποία πυροδότησε πάνω από μια δεκαετία αναταραχών. Πριν από το 2011, η χώρα παρήγαγε από 1,6 έως 1,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, προτού πληγεί από πολιτικές διαιρέσεις που οδήγησαν σε επαναλαμβανόμενες διακοπές λειτουργίας πετρελαϊκών και αερίων εγκαταστάσεων από διάφορες ομάδες που προωθούσαν πολιτικά ή οικονομικά αιτήματα.

Διαβάστε ακόμη