Σε τροχιά υλοποίησης φαίνεται να μπαίνει πλέον η τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) στη Γερμανία -παρ’ ότι εδώ και χρόνια αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό-, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιο φιλόδοξη ενεργειακή στρατηγική στη χώρα. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύει και τις οικονομικές και τεχνικές προκλήσεις που συνοδεύουν την προσπάθεια για κλιματική ουδετερότητα. Η εφαρμογή της CCS δεν είναι μια εύκολη διαδικασία, απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, πολύπλοκες υποδομές και πολύ καλή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, φέρνοντας στην επιφάνεια ερωτήματα για το πώς η Γερμανία αλλά και η Ευρώπη γενικότερα θα μπορέσουν να μειώσουν αποτελεσματικά τις εκπομπές CO₂, χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Μετά από μακρές διαβουλεύσεις, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας δημιούργησε τον περασμένο χρόνο τις νομικές βάσεις για την εξαγωγή δεσμευμένων εκπομπών CO₂ προς αποθήκευση. Οι βουλευτές ενέκριναν τη δυνατότητα αποθήκευσης των αερίων σε υποθαλάσσιους γεωλογικούς σχηματισμούς εντός της ΑΟΖ της χώρας. Το CO₂ θα μεταφέρεται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις είτε μέσω αγωγών είτε με φορτηγά προς τις ακτές, πριν από την τελική υπεράκτια αποθήκευση. Σημαντικό είναι ότι η χώρα επιτρέπει προς το παρόν μόνο την υπεράκτια αποθήκευση, με τα ομόσπονδα κρατίδια να μπορούν σε δεύτερο στάδιο να επιτρέψουν μια χερσαία λύση. Σύμφωνα με τον Gerd Burckhardt, διευθύνοντα σύμβουλο της World Cement Association, η αποδοτικότητα της CCS ήταν η βασική προϋπόθεση για να γίνει αποδεκτή από τον βιομηχανικό κλάδο. Και αυτό γιατί για τομείς όπως η τσιμεντοβιομηχανία και η παραγωγή ασβέστη, η απελευθέρωση CO₂ είναι χημικά αναπόφευκτη. Μόνο με την CCS μπορούν να μειωθούν αυτές οι «αναπόφευκτες» εκπομπές και να επιτευχθεί ο στόχος της κλιματικής ουδετερότητας έως τα μέσα του αιώνα, όπως επισημαίνουν η IPCC και το Ινστιτούτο Πότσνταμ για την Έρευνα των Επιπτώσεων του Κλίματος.

Απαιτούνται επενδύσεις δισεκατομμυρίων

Η ανάπτυξη υποδομών CCS στη Γερμανία απαιτεί βαθιές παρεμβάσεις, καθώς πρέπει να κατασκευαστούν εγκαταστάσεις δέσμευσης CO₂, αγωγοί μεταφοράς και υπεράκτιες εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Οι εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι για τη δέσμευση CO₂ έως το 2035 θα χρειαστούν 20 έως 30 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ για τη μεταφορά και αποθήκευση προστίθενται άλλα 15 έως 20 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ύψος των απαιτούμενων επενδύσεων καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη κρατικών προγραμμάτων χρηματοδότησης.

Το κόστος δέσμευσης CO₂ ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη βιομηχανική διαδικασία. Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα FAZ, σε διεργασίες με καθαρές ή υψηλής συγκέντρωσης ροές CO₂, όπως η παραγωγή υδρογόνου ή η επεξεργασία φυσικού αερίου, το κόστος κυμαίνεται μεταξύ 15 και 25 δολαρίων ανά τόνο CO₂. Στην παραγωγή τσιμέντου ή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα, όπου οι ροές είναι αραιές, το κόστος ανέρχεται σε 40 έως 120 δολάρια ανά τόνο. Η άμεση δέσμευση από τον αέρα (Direct Air Capture) ξεπερνά τα 100 δολάρια ανά τόνο. Στη μεταφορά μέσω αγωγών ξηράς, όπως στις ΗΠΑ, το κόστος κυμαίνεται από 2 έως 14 δολάρια ανά τόνο, ενώ η θαλάσσια μεταφορά είναι ακόμη ακριβότερη. Οι τιμές αποθήκευσης ποικίλλουν από λιγότερο από 1 έως αρκετά δολάρια ανά τόνο, ανάλογα με την τοποθεσία.

Ευρωπαϊκή εμπειρία και η εμπειρία της Κίνας

Η Ευρώπη παραμένει πίσω σε τεχνολογική εμπειρία σε σχέση με τις ΗΠΑ, όπου η γεωλογική αποθήκευση εφαρμόζεται από τη δεκαετία του 1970. Σήμερα, οι ΗΠΑ διαθέτουν τη μεγαλύτερη διεθνώς υποδομή CCS, με χαρακτηριστικά παραδείγματα όπως το Petra Nova στο Τέξας, που δεσμεύει έως 1,4 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως, και το Illinois Industrial CCS Project, όπου αποθηκεύεται περίπου 1 εκατομμύριο τόνοι CO₂ από την παραγωγή αιθανόλης κάθε χρόνο.

Στην Ευρώπη, η Νορβηγία πρωτοπορεί με το έργο Northern Lights, μια κοινοπραξία μεταξύ της Equinor, της TotalEnergies και της Shell. Η υποδομή αυτή επιτρέπει την υπεράκτια αποθήκευση CO₂ από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Η πρώτη φάση του έργου, με δυναμικότητα 1,5 εκατομμυρίων τόνων CO₂ ετησίως, λειτουργεί ήδη από τον Οκτώβριο του 2024, ενώ έχουν ήδη τεθεί τα θεμέλια για μελλοντική επέκταση. Η Δανία ξεχωρίζει ως η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου η χερσαία αποθήκευση είναι νόμιμη. Εκεί υλοποιούνται σημαντικά έργα, όπως η εγκατάσταση ARC, που δεσμεύει CO₂ από απόβλητα, αλλά και το υπεράκτιο έργο Greensand, το οποίο αποθηκεύει CO₂ σε παλαιά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στην Ολλανδία, το έργο Porthos μεταφέρει βιομηχανικό CO₂ από το Ρότερνταμ σε εξαντλημένα κοιτάσματα στη Βόρεια Θάλασσα, αναμένεται δε να μειώσει πάνω από 1 εκατομμύριο τόνους CO₂ ετησίως από το 2026. Στην Ελλάδα, λίγες ημέρες νωρίτερα, το έργο αποθήκευσης CO2 στον Πρίνο, που υλοποιεί η EnEarth, θυγατρική της Energean, έλαβε πρόσφατα Θετική Γνωμοδότηση Άδειας από τη Γενική Διεύθυνση Κλιματικής Δράσης (DG Clima) της Κομισιόν.

Παράλληλα, η Κίνα δείχνει πώς η τεχνολογία CCS αναπτύσσεται και πέρα από τα εδάφη της Ευρώπης. Η χώρα ήταν από τις πρώτες που επένδυσαν σε τεχνολογίες CCS και CCU, με σαφή βιομηχανικό και πολιτικό προσανατολισμό. Τον Μάιο του 2025, στο Λονγκντόνγκ, ξεκίνησε η λειτουργία της μεγαλύτερης εγκατάστασης δέσμευσης CO₂ στον κόσμο, συνδεδεμένη με χημικό εργοστάσιο, η οποία δεσμεύει πάνω από 1,5 εκατομμύριο τόνους CO₂ ετησίως.

Διαβάστε ακόμη