Μπροστά σε μία από τις τις βαθύτερες κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της βρίσκεται η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία, καθώς οι επενδύσεις στον κλάδο κατέρρευσαν το 2025 κατά περισσότερο από 80%, ενώ τα λουκέτα σε εργοστάσια διπλασιάστηκαν, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χημικής Βιομηχανίας (Cefic) που επικαλούνται οι Financial Times, οι επιβεβαιωμένες επενδύσεις μειώθηκαν δραματικά, από 1,9 μεγατόνους παραγωγικής δυναμικότητας το 2024 σε μόλις 0,3 μεγατόνους το 2025. Η πτώση αποδίδεται κυρίως στο εκρηκτικό κόστος ενέργειας, στη γραφειοκρατία και στη μαζική εισροή φθηνών εισαγωγών από την Κίνα, που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, οι ανακοινωμένες διακοπές λειτουργίας εργοστασίων έχουν επηρεάσει άμεσα περίπου 20.000 θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την Ευρώπη από το 2022. Μόνο το 2024 χάθηκαν 17,2 μεγατόνοι παραγωγικής δυναμικότητας, ποσότητα διπλάσια σε σχέση με το 2023 και εξαπλάσια σε σύγκριση με το 2022. Συνολικά, τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει εξαφανιστεί περίπου το 9% της χημικής παραγωγικής ικανότητας της Ευρώπης. Ο γενικός διευθυντής του Cefic, Marco Mensink (Μάρκο Μένσικ), προειδοποιεί ότι η εξέλιξη αυτή απειλεί να καταστήσει την Ευρώπη ολοένα και πιο εξαρτημένη από τρίτες χώρες στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, το 95% των βιταμινών που καταναλώνονται σήμερα στην Ευρώπη προέρχονται από την Κίνα και την Ινδία, ενώ χωρίς ισχυρή χημική βιομηχανία τίθεται σε κίνδυνο η εφοδιαστική αλυσίδα κλάδων όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η υγεία και η άμυνα. «Η χημική βιομηχανία είναι η “μητέρα” όλων των βιομηχανιών και αυτή τη στιγμή καταρρέει», σημείωσε.
Ενεργειακό κόστος και πολιτικές προκλήσεις
Οι πιέσεις δεν προέρχονται μόνο από το διεθνές περιβάλλον, αλλά και από το εσωτερικό πλαίσιο της ΕΕ. Οι υψηλοί φόροι άνθρακα, σε συνδυασμό με τις αυστηρές περιβαλλοντικές ρυθμίσεις και το σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο, έχουν οδηγήσει επενδυτές είτε να παγώσουν τα σχέδιά τους είτε να αποχωρήσουν πλήρως από την ευρωπαϊκή αγορά. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Vioneo, θυγατρικής της AP Møller-Maersk, η οποία εγκατέλειψε σχέδιο κατασκευής «πράσινου» εργοστασίου πλαστικών στην Αμβέρσα, επιλέγοντας τελικά την Κίνα, λόγω χαμηλότερου κόστους και ευκολότερης πρόσβασης σε πρώτες ύλες. Παράλληλα, η εκτόξευση των τιμών ενέργειας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει πλήξει καίρια τον κλάδο. Η ενέργεια αντιστοιχεί περίπου στο 75% του κόστους παραγωγής των πετροχημικών, ενώ η σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο –το οποίο η ΕΕ σκοπεύει να απαγορεύσει πλήρως το 2027– έχει αυξήσει την εξάρτηση από ακριβότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Ιούλιο δέσμη μέτρων για τη στήριξη του κλάδου, στελέχη της βιομηχανίας εκτιμούν ότι οι παρεμβάσεις είναι καθυστερημένες και ανεπαρκείς. Όπως τονίζει ο Μένσικ, «ο κόσμος αλλάζει ταχύτερα από ό,τι προσαρμόζονται οι πολιτικές αποφάσεις». Χωρίς ταχύτερη δράση, προειδοποιούν οι επιχειρήσεις, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει οριστικά έναν θεμελιώδη πυλώνα της βαριάς βιομηχανίας της.
Διαβάστε ακόμη
