Η EDF, ο μεγαλύτερος διαχειριστής πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη, επιχειρεί μια φιλόδοξη επιστροφή στις πρακτικές που σημάδεψαν τη «χρυσή εποχή» της δεκαετίας του 1980, όταν κατασκεύαζε δεκάδες αντιδραστήρες στη Γαλλία, με χρόνο ολοκλήρωσης περίπου έξι χρόνια για τον καθένα. Στόχος της γαλλικής, κρατικά ελεγχόμενης εταιρείας είναι να στηρίξει την ευρωπαϊκή πυρηνική αναγέννηση, διορθώνοντας τις χρόνιες καθυστερήσεις και τις υπερβάσεις κόστους που χαρακτήρισαν τα πιο πρόσφατα έργα της.

Το παράδειγμα του πυρηνικού σταθμού Flamanville 3 στη βόρεια Γαλλία λειτουργεί ως ηχηρό «καμπανάκι». Το έργο χρειάστηκε 16 χρόνια για να ολοκληρωθεί, καταγράφοντας αλλεπάλληλα τεχνικά προβλήματα και οργανωτικές αστοχίες. Αυτή η εμπειρία ώθησε την EDF να αναζητήσει τεχνογνωσία εκτός Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, η EDF έστειλε ομάδες στελεχών για πολύμηνες αποστολές στην Κίνα, συνεργαζόμενη με την CGN και την China Nuclear Engineering Corporation. Στόχος ήταν να κατανοήσει πώς οι κινεζικές εταιρείες καταφέρνουν να περιορίζουν τον χρόνο κατασκευής πυρηνικών μονάδων σε μόλις πέντε χρόνια. Όπως αναφέρουν στελέχη της EDF, που επικαλούνται οι Financial Times, δεν πρόκειται για τεχνολογικό άλμα, αλλά για καλύτερη οργάνωση, παράλληλη εκτέλεση εργασιών και δραστικό περιορισμό των ελέγχων που διακόπτουν τη ροή της κατασκευής. Παράλληλα, στη Γαλλία, οι βασικοί προμηθευτές της EDF συναντώνται συστηματικά για να απλοποιήσουν διαδικασίες, να μειώσουν τα στάδια ελέγχου και να ξεκινήσουν εργασίες πριν από την τελική συναρμολόγηση.

Το διακύβευμα των 73 δισ. ευρώ

Στο επίκεντρο των σχεδιασμών της EDF βρίσκεται το πρόγραμμα κατασκευής έξι νέων μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων στη Γαλλία, το οποίο θεωρείται το μεγαλύτερο εγχείρημα του είδους του στην Ευρώπη τα τελευταία 25 χρόνια, με προϋπολογισμό που εκτιμάται στα 73 δισ. ευρώ σε τιμές 2020. Πρόκειται για ένα έργο-ορόσημο, το οποίο φιλοδοξεί να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της νέας πυρηνικής στρατηγικής της χώρας. Ωστόσο, οι συσσωρευμένες καθυστερήσεις και η ανοδική πίεση στο κόστος κατασκευής απειλούν να υπονομεύσουν τις φιλόδοξες εξαγγελίες που είχε κάνει ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν το 2022, την ώρα που η γαλλική κυβέρνηση δεν έχει ακόμη προχωρήσει στη λήψη της τελικής και επίσημης επενδυτικής απόφασης.

Οι ανησυχίες αυτές ενισχύονται από την εμπειρία της EDF εκτός γαλλικών συνόρων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πυρηνικός σταθμός Hinkley Point C, ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά έργα της χώρας, αναμένεται πλέον να τεθεί σε λειτουργία το νωρίτερο το 2029, δηλαδή περισσότερα από 12 χρόνια μετά την παροχή της τελικής έγκρισης. Οι συνεχείς αυστηροποιήσεις των απαιτήσεων ασφαλείας, σε συνδυασμό με τις μεταβολές στο κανονιστικό πλαίσιο, έχουν συμβάλει καθοριστικά στις καθυστερήσεις, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στα μελλοντικά πυρηνικά σχέδια της εταιρείας.

Υπό τη νέα διοίκηση του διευθύνοντος συμβούλου Bernard Fontana, η EDF προσπαθεί να ανατρέψει αυτή την εικόνα. Ο ίδιος αποκάλυψε ότι σε ένα έργο κατασκευής ενός αντιδραστήρα η εταιρεία κατάφερε να μειώσει το χρονοδιάγραμμα κατά 52 μήνες, περιορίζοντας τους «σταματήστε και ελέγξτε» ελέγχους από 26.000 σε περίπου 700, χωρίς έκπτωση στην ποιότητα. Παράλληλα, επενδύσεις σε τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποιημένη συγκόλληση αναμένεται να μειώσουν τα σφάλματα που στο παρελθόν οδήγησαν σε επανακατασκευές κρίσιμων εξαρτημάτων. Η EDF ελπίζει ότι, με την ταυτόχρονη υλοποίηση πολλών έργων, θα ανακτήσει τη χαμένη εμπειρία μετά την παύση νέων παραγγελιών από τη δεκαετία του 1990. Όπως σημειώνει ο Fontana, το σχέδιο δεν σταματά στους έξι αντιδραστήρες. «Προετοιμαζόμαστε για έξι, μετά ελπίζουμε για άλλους οκτώ και στη συνέχεια για εξαγωγικά έργα», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι το στοίχημα της πυρηνικής αναγέννησης στην Ευρώπη μόλις ξεκινά.

Διαβάστε ακόμη