Δέκα χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, το κλίμα στην COP30 στο Belém της Βραζιλίας δημιούργησε ερωτηματικά: Από τη μία, υπήρχε η αίσθηση ότι η παγκόσμια κλιματική πολιτική έχει προχωρήσει: περισσότερες χώρες έχουν στόχους, περισσότερες αγορές άνθρακα λειτουργούν, περισσότερα κεφάλαια κατευθύνονται προς την ενεργειακή μετάβαση. Από την άλλη, η απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και την πραγματικότητα παραμένει σημαντική.
Η COP30 επιβεβαίωσε κάτι κρίσιμο: ότι το επόμενο στάδιο της παγκόσμιας κλιματικής πολιτικής δεν θα κριθεί μόνο από νέους στόχους, αλλά από το πώς μοιράζεται το κόστος της μείωσης των εκπομπών και από το αν οι αγορές CO₂ μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς να επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος. Στο περιβάλλον αυτό ένα σημαντικό ερώτημα εγείρεται: Μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει κλιματικός ηγέτης χωρίς να τινάξει στον αέρα την κοινωνική και οικονομική της συνοχή; Το στοίχημα, όπως το περιγράφει πρόσφατο podcast του Bruegel “ The Sound of Economics” δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι πολιτικό και ηθικό: πώς μεταφέρεις πόρους και τεχνολογία στον υπόλοιπο κόσμο χωρίς να υπονομεύεις την περιβαλλοντική ακεραιότητα και πώς μειώνεις το κόστος χωρίς να ακυρώνεις το κίνητρο για πραγματική απανθρακοποίηση.
Πώς λειτούργησε το σύστημα ETS
Όπως αναφέρεται σε το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS) αποτελεί ίσως το πιο φιλόδοξο πείραμα τιμολόγησης άνθρακα που εφαρμόστηκε ποτέ σε μεγάλη κλίμακα. Από το 2005 μέχρι σήμερα, κάλυψε βαριά βιομηχανία, ηλεκτροπαραγωγή και αερομεταφορές, δημιουργώντας μια ενιαία αγορά για το διοξείδιο του άνθρακα. Όπως εξηγεί ένας από τους αρχιτέκτονες του συστήματος, Πρώην Γενικός Διευθυντής της DG CLIMA και καθηγητής στο European University Institute (EUI) στη Φλωρεντία, κ. Jos Delbeke, τα αποτελέσματα είναι απτά: οι εκπομπές στους τομείς του ETS έχουν μειωθεί περίπου κατά 50%, χωρίς να καταρρεύσει η ευρωπαϊκή οικονομία. Αυτό από μόνο του είναι πολιτικά και οικονομικά σημαντικό. Όμως ETS έχει και μία ιστορία θεσμικών λαθών, υπερβολικής αισιοδοξίας και αργών διορθώσεων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η μαζική εισροή διεθνών πιστωτικών δικαιωμάτων άνθρακα από τον Μηχανισμό Καθαρής Ανάπτυξης (CDM) του Πρωτοκόλλου του Κιότο.
Η ιδέα πίσω από αυτά τα πιστωτικά δικαιώματα ήταν απλή και ελκυστική: αν ένα έργο σε μια αναπτυσσόμενη χώρα μειώνει εκπομπές, τότε αυτή η μείωση μπορεί να «μεταφερθεί» και να μετρήσει αλλού. Στην πράξη, όμως, απέτυχε να ελέγξει ούτε την ποιότητα ούτε την ποσότητα. Καθώς οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία αποσύρθηκαν από το Κιότο, τεράστιες ποσότητες πιστωτικών δικαιωμάτων κατέληξαν στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν μια αγορά πλημμυρισμένη από φθηνό άνθρακα, με τιμές που κατέρρευσαν κάτω από τα 10 ευρώ/τόνο και αποδυνάμωσαν κάθε επενδυτικό σήμα για απανθρακοποίηση.
Χρειάστηκαν σχεδόν πέντε χρόνια πολιτικών διαπραγματεύσεων για να διορθωθεί το πρόβλημα, δημιουργήθηκε το Market Stability Reserve και το ETS άρχισε σταδιακά να ανακτά την αξιοπιστία του.
Γιατί το θέμα των διεθνών πιστώσεων επιστρέφει
Αν η εμπειρία ήταν τόσο τραυματική, γιατί η Ευρώπη επιστρέφει σήμερα σε αυτή τη συζήτηση; Η απάντηση βρίσκεται στον νέο στόχο που συζητείται στις Βρυξέλλες: μείωση εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Πρόκειται για ένα άλμα πολύ μεγαλύτερο από όσα έχουν επιχειρηθεί μέχρι σήμερα. Και όσο πλησιάζεις στο μηδέν, τόσο πιο ακριβή και τεχνικά δύσκολη γίνεται κάθε επιπλέον μείωση. Όπως σημειώνει ο κ. Georg Zachmann, ανώτερος ερευνητής στο Bruegel: αν αυτός ο στόχος επιτευχθεί αποκλειστικά εντός Ευρώπης, το οριακό κόστος θα εκτοξευθεί. Και αν το κόστος περάσει στους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών μέσω του ETS2, που καλύπτει μεταφορές και κτίρια τότε οι πολιτικές συνέπειες θα είναι σημαντικές.
Η πρόταση της ελεγχόμενης ευελιξίας
Στο πλαίσιο αυτό, η λύση που συζητείται είναι μια πολύ περιορισμένη και αυστηρά ελεγχόμενη ευελιξία. Περίπου 5% του στόχου θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω διεθνούς μετριασμού, όχι όμως μέσω «εύκολων» offsets, αλλά μέσω μηχανισμών που συνδέονται άμεσα με τις εθνικές δεσμεύσεις των χωρών. Όπως σημειώνει ο κ. Zachmann στην προσέγγιση αυτή εντάσσονται συστημικές μειώσεις που ενσωματώνονται στους εθνικούς λογαριασμούς εκπομπών των χωρών που τις πραγματοποιούν.
Η “κεντρική τράπεζα άνθρακα” και το πρόβλημα της εμπιστοσύνης
Το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της πρότασης είναι η ιδέα μιας κεντρικής τράπεζας άνθρακα, να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένας θεσμός που δεν θα αφήνει τις διεθνείς πιστώσεις να μπαίνουν αυτόματα στα ευρωπαϊκά συστήματα συμμόρφωσης, αλλά θα τις αποτιμά, θα τις φιλτράρει και θα ορίζει την ισοτιμία τους. Σύμφωνα με τον κ. Delbeke αυτό το «μαξιλάρι» ανάμεσα στις αγορές είναι απολύτως αναγκαίο καθώς χωρίς αυτό, το σύστημα κινδυνεύει είτε από υπερπροσφορά είτε μελλοντικά από έλλειψη ρευστότητας και απότομες αυξήσεις τιμών. Στο πλαίσιο αυτό τονίζεται ότι το κρίσιμο στοίχημα είναι η διακυβέρνηση καθώς ο ΟΗΕ δεν έχει την ταχύτητα ούτε την πολιτική συνοχή για να παίξει αυτόν τον ρόλο ενώ η ΕΕ μόνη της είναι πολύ μικρή. Έτσι, προτείνεται μια «λέσχης αγοραστών άνθρακα», που θα λειτουργεί παράλληλα με το σύστημα του ΟΗΕ.
ETS2: Όταν η κλιματική πολιτική περνάει στην καθημερινότητα
Αν το ETS1 αφορούσε κυρίως εργοστάσια, σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής και μεγάλες βιομηχανίες, το ETS2 περνά άμεσα στην καθημερινότητα των πολιτών: στη θέρμανση του σπιτιού, στα καύσιμα των μετακινήσεων, στο κόστος ζωής. Το ETS2, που θα καλύπτει τις εκπομπές από τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές, σχεδιάστηκε για να κλείσει ένα μεγάλο κενό. Αυτοί οι τομείς αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό των εκπομπών, αλλά μέχρι σήμερα ρυθμίζονταν κυρίως μέσω προτύπων και επιδοτήσεων, όχι μέσω τιμολόγησης του άνθρακα. Η λογική των οικονομολόγων είναι απλή: αν θέλεις να μειώσεις τις εκπομπές, πρέπει να κάνεις το CO₂ ακριβό παντού. Η πολιτική πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το κοινωνικό ρίσκο της μετάβασης
Εντούτοις, όπως τονίζουν οι ειδικοί, η αντίθεση με τη βαριά βιομηχανία, τα νοικοκυριά δεν έχουν εύκολες εναλλακτικές. Δεν μπορείς να αλλάξεις σύστημα θέρμανσης από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν μπορείς να αντικαταστήσεις άμεσα το αυτοκίνητό σου. Και σίγουρα δεν μπορείς να απορροφήσεις απεριόριστες αυξήσεις στο κόστος ενέργειας.
Αυτός είναι ο λόγος που, ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού, το ETS2 συνοδεύτηκε από έντονη ανησυχία και όπως τονίζεται στο podcast το μεγάλο στοίχημα είναι να μη χαθεί η νομιμοποίηση των κλιματικών στόχων στα μάτια των πολιτών. Στοίχημα όχι εύκολο καθώς οι κοινωνικές επιπτώσεις του ETS2 διαφέρουν έντονα μεταξύ πλούσιων και φτωχών νοικοκυριών, αστικών και αγροτικών περιοχών και κρατών-μελών με διαφορετικό ενεργειακό μείγμα και επίπεδο εισοδήματος.
Πόσο αποτελεσματικό είναι το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα
Για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές επιπτώσεις, η ΕΕ δημιούργησε το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα με στόχο να επιστρέφει μέρος των εσόδων του ETS2 στα ευάλωτα νοικοκυριά, χρηματοδοτώντας ανακαινίσεις κτιρίων, αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης, καθαρότερες μετακινήσεις και προσφέροντας άμεση εισοδηματική στήριξη.
Στα χαρτιά, πρόκειται για έναν μηχανισμό κοινωνικής εξισορρόπησης. Στην πράξη όμως, πολλοί αμφισβητούν αν τα διαθέσιμα κονδύλια επαρκούν για να αντισταθμίσουν το αυξημένο κόστος ζωής, ειδικά σε χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα. Όπως τονίζεται στο podcast του Bruegel, αν οι τιμές του άνθρακα στο ETS2 εκτοξευθούν, καμία κοινωνική πολιτική δεν θα μπορεί να απορροφήσει το σοκ.
Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα και το ζήτημα της φήμης
Το ETS2 φέρνει στο προσκήνιο και τον ιδιωτικό τομέα με νέο τρόπο. Οι εταιρείες ενέργειας, οι προμηθευτές καυσίμων και οι μεγάλες αλυσίδες μεταφορών βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της κοινωνικής πίεσης.
Ταυτόχρονα, πολλές επιχειρήσεις έχουν δεσμευτεί σε στόχους net zero και χρησιμοποιούν ή σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν πιστώσεις άνθρακα για να καλύψουν το «υπόλοιπο» των εκπομπών τους.
Εδώ αναδύεται ένας κρίσιμος παράγοντας: η φήμη. Οι εταιρείες γνωρίζουν ότι αν συνδεθούν με χαμηλής ποιότητας πιστώσεις, η ζημιά δεν θα είναι μόνο περιβαλλοντική αλλά και επικοινωνιακή. Αυτό δημιουργεί ζήτηση για έναν αξιόπιστο θεσμικό “σφραγιστή” ποιότητας, ρόλος που, σύμφωνα με το Bruegel, θα μπορούσε να αναλάβει μια ευρωπαϊκή ή πολυμερής αρχή τύπου «κεντρικής τράπεζας άνθρακα».
Αναθεωρήσεις
Στο μεταξύ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε πρόσφατα αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο του ETS. Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τη χημική βιομηχανία, η αναθεώρηση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του εντεινόμενου κινδύνου διαρροής άνθρακα για πρόσθετους ενεργοβόρους κλάδους. Ειδικότερα, η Επιτροπή προχώρησε στις εξής αποφάσεις:
-
Διεύρυνε τον κατάλογο των επιλέξιμων βιομηχανικών δραστηριοτήτων, εντάσσοντας 20 επιπλέον τομείς και δύο νέους υποτομείς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η παραγωγή οργανικών χημικών προϊόντων, καθώς και συγκεκριμένες δραστηριότητες στους κλάδους της κεραμικής, του γυαλιού και της κατασκευής μπαταριών.
-
Αναπροσάρμοσε το ποσοστό ενίσχυσης για τους ήδη επιλέξιμους τομείς, αυξάνοντάς το από 75% σε 80%, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται ο αυξημένος βαθμός έκθεσής τους στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα.
-
Παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εισηγούνται την ένταξη επιπλέον τομέων ή υποτομέων που δεν περιλαμβάνονται στον επικαιροποιημένο κατάλογο, εφόσον τεκμηριώνεται επαρκώς ότι αντιμετωπίζουν ουσιαστικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα.
-
Θεσπίζει υποχρεώσεις για τους μεγάλους αποδέκτες ενισχύσεων να συνεισφέρουν ενεργά στην πράσινη μετάβαση, μεταξύ άλλων μέσω επενδύσεων σε έργα που μειώνουν το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος.
-
Επικαιροποιεί τους συντελεστές εκπομπών CO₂ και τις σχετικές γεωγραφικές παραμέτρους για την περίοδο 2026–2030, με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα.
Διαβάστε ακόμη
