Η Πολωνία επιβραδύνει αισθητά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ανοίγοντας εκ νέου χώρο για την ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Montel. Η στροφή αυτή αποτυπώνεται στο νέο Εθνικό Σχέδιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και την Ενεργειακή Δράση (NREAP), το οποίο δημοσιεύθηκε αργά το βράδυ της Τετάρτης και έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην ενεργειακή αγορά.

Το σχέδιο, που φέρει την υπογραφή του υπουργού Ενέργειας Μίλος Μότικα, προβλέπει ότι το 2040 ο άνθρακας θα εξακολουθήσει να συμμετέχει στο ενεργειακό μείγμα της χώρας με παραγωγή 12 τεραβατωρών (TWh). Η πρόβλεψη αυτή συνιστά σαφή οπισθοχώρηση σε σχέση με το προηγούμενο σχέδιο του Ιουλίου, το οποίο είχε εκπονηθεί από το υπουργείο Κλίματος και προέβλεπε την πλήρη απομάκρυνση του άνθρακα από την ηλεκτροπαραγωγή έως το 2040.

«Το σχέδιο αυτό ουσιαστικά πατά φρένο στην ανάπτυξη των ΑΠΕ», δήλωσε ο αναλυτής ενέργειας της Montel για την Πολωνία, Χούμπερτ Πουτ. Όπως σημειώνει, η αλλαγή κατεύθυνσης στέλνει ένα σαφές μήνυμα επιβράδυνσης της πράσινης μετάβασης, σε μια περίοδο που πολλές ευρωπαϊκές χώρες επιταχύνουν τις επενδύσεις τους στις καθαρές πηγές ενέργειας.

Το νέο σχέδιο της Πολωνίας μειώνει σημαντικά τον στόχο για την πράσινη ενέργεια

Ο Μότικα ανέλαβε τον έλεγχο του σχεδιασμού για τις ΑΠΕ τον Ιούλιο, μετά τη δημοσιοποίηση του σχεδίου του υπουργείου Κλίματος. Εκείνο το κείμενο προέβλεπε ότι ο άνθρακας θα είχε μηδενικό ρόλο στο ενεργειακό μείγμα της Πολωνίας μέχρι το 2040. Αντίθετα, το νέο σχέδιο μειώνει σημαντικά τον στόχο για την πράσινη ενέργεια, περιορίζοντας το ποσοστό της το 2040 στο 65,5%, από σχεδόν 80% που προέβλεπε η εκδοχή του Ιουλίου.

Η μείωση αυτή έρχεται κυρίως εις βάρος της αιολικής ενέργειας, καθώς το νέο σχέδιο περιορίζει τον ρυθμό ανάπτυξης των αιολικών πάρκων, ιδίως στην ξηρά. Σύμφωνα με ειδικούς, η επιλογή αυτή έχει έντονη πολιτική διάσταση. «Ο υπουργός Ενέργειας προσπαθεί να διασώσει ένα μέρος της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα, στέλνοντας ένα πολιτικό μήνυμα στήριξης προς τους ανθρακωρύχους», ανέφερε ο Μίχαλ Χετμάνσκι, επικεφαλής του ενεργειακού think tank Instrat με έδρα τη Βαρσοβία.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των αναλυτών πως οι λιγνιτικές και ανθρακικές μονάδες θα εκτοπιστούν σταδιακά από τη λεγόμενη «σειρά προτεραιότητας» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι μονάδες φυσικού αερίου έχουν χαμηλότερο κόστος λειτουργίας. Κατά τον Χετμάνσκι, η επιλογή διατήρησης του άνθρακα «πιθανόν αντανακλά έλλειψη πολιτικής βούλησης για τη θέσπιση πιο ευέλικτων και ευνοϊκών κανόνων για την ανάπτυξη της χερσαίας αιολικής ενέργειας».

Οι συνέπειες στις τιμές ρεύματος

Οι συνέπειες αυτής της στρατηγικής δεν είναι αμελητέες. Σύμφωνα με τον Πουτ, η επιβράδυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ αναμένεται να οδηγήσει σε υψηλότερες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, η διατήρηση παλαιών ανθρακικών μονάδων στο σύστημα αυξάνει τον κίνδυνο τεχνικών βλαβών και διακοπών, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Σήμερα, η Πολωνία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών. Διαθέτει ανθρακικό στόλο ισχύος περίπου 24 GW, ο οποίος καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης και λειτουργεί συμπληρωματικά σε έναν στόλο ΑΠΕ ισχύος 36 GW. Ωστόσο, η στάση του υπουργείου Ενέργειας έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις του πολωνικού διαχειριστή συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, PSE. Ο PSE έχει δεσμευθεί, στο πιο πρόσφατο σχέδιό του που δημοσιεύθηκε την Τρίτη, να προετοιμάσει το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας ώστε να λειτουργεί σε καθεστώς «μηδενικών εκπομπών» έως το 2035.

Η απόκλιση αυτή μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και τεχνικού σχεδιασμού αναμένεται να αποτελέσει πεδίο έντονων συζητήσεων το επόμενο διάστημα, καθώς η Πολωνία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια, το κόστος και τις κλιματικές της δεσμεύσεις.

Διαβάστε ακόμη