Η θερινή ώρα επιστρέφει και φέτος, με τους δείκτες των ρολογιών να μετακινούνται μία ώρα μπροστά τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Μαρτίου, σηματοδοτώντας την έναρξη της θερινής περιόδου. Πρόκειται για μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες στην Ευρώπη, με βασικό στόχο την καλύτερη αξιοποίηση του φυσικού φωτός και, κατ’ επέκταση, την εξοικονόμηση ενέργειας.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η σκοπιμότητα της αλλαγής ώρας έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. Η συζήτηση κορυφώθηκε το 2018, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την κατάργηση της εναλλαγής μεταξύ θερινής και χειμερινής ώρας, με στόχο μια ενιαία και συντονισμένη εφαρμογή σε όλα τα κράτη-μέλη, ώστε να αποφευχθούν στρεβλώσεις στην ενιαία αγορά.

Στη δημόσια διαβούλευση που ακολούθησε, αναδείχθηκαν έντονες διαφωνίες. Υποστηρικτές και επικριτές της αλλαγής ώρας επικαλέστηκαν επιστημονικές μελέτες που καταγράφουν επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, όπως διαταραχές στον ύπνο και το βιολογικό ρολόι, αλλά και συνέπειες σε τομείς όπως η γεωργία και η οδική ασφάλεια.

Παρά τη δυναμική που είχε αναπτυχθεί, η σχετική πρωτοβουλία δεν προχώρησε. Αρχικά «πάγωσε» λόγω της πανδημίας, ενώ στη συνέχεια οι γεωπολιτικές εξελίξεις, με αιχμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, μετέθεσαν την προτεραιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών. Σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν διαφαίνεται επαρκής πολιτική βούληση για την υιοθέτηση ενός οριστικού πλαισίου. Έτσι, η εναλλαγή της ώρας συνεχίζεται κανονικά, με την επόμενη μετάβαση να πραγματοποιείται και φέτος την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου.

Στον πυρήνα της πρακτικής βρίσκεται η υπόθεση ότι η θερινή ώρα συμβάλλει στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, καθώς η μεγαλύτερη διάρκεια φυσικού φωτός τις απογευματινές ώρες περιορίζει τη χρήση τεχνητού φωτισμού. Ωστόσο, σύγχρονες έρευνες θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα αυτού του μέτρου.

Υπάρχει όντως εξοικονόμηση από την αλλαγή ώρας;

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής οικονομικών του Πανεπιστημίου Yale, Μάθιου Κότχεν, η πεποίθηση περί εξοικονόμησης ενέργειας είναι διαδεδομένη, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν προκύψει μελέτες που δείχνουν ότι το όφελος ενδέχεται να είναι περιορισμένο ή και αμελητέο.

Ενδεικτική είναι έκθεση του 2008 από το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ, η οποία αξιολόγησε την επέκταση της θερινής ώρας που αποφασίστηκε το 2005. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αλλαγή οδήγησε σε μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας κατά περίπου 0,5% ανά ημέρα κατά τη διάρκεια της περιόδου επέκτασης. Η εξοικονόμηση αυτή προήλθε κυρίως από τη μειωμένη χρήση φωτισμού τις βραδινές ώρες, αντισταθμίζοντας μια μικρή αύξηση της κατανάλωσης το πρωί.

Παρά τα αντικρουόμενα δεδομένα, η θερινή ώρα παραμένει σε ισχύ, με το ζήτημα της κατάργησής της να παραμένει ανοιχτό και να εξαρτάται από μελλοντικές αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέχρι τότε, οι πολίτες καλούνται να προσαρμόζονται δύο φορές τον χρόνο σε μια αλλαγή που, αν και καθιερωμένη, εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις.

Διαβάστε ακόμη