Απόσβεση της επένδυσης μέσα σε λίγα χρόνια, εξοικονόμηση ενέργειας και πόρων και βελτιωμένο θερμικό περιβάλλον με θετικό αισθητικό αποτύπωμα, αποτελούν τους συνήθεις λόγους επιλογής συνδυασμού αντλίας θερμότητας και ενδοδαπέδιας θέρμανσης. Όπως εξηγεί ο κ. Γιώργος Τρανός από την TRENERGY η αντλία θερμότητας αντλεί ενέργεια από το εξωτερικό περιβάλλον και την μεταφέρει στο εσωτερικό του κτιρίου, θερμαίνοντας το νερό που κυκλοφορεί εντός του δικτύου της ενδοδαπέδιας θέρμανσης. Επιπλέον, η αντλία θερμότητας μπορεί να λειτουργήσει αντιστρόφως, προσφέροντας δροσιά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Κόστος εγκατάστασης και συντήρηση
Το κόστος εγκατάστασης της ενδοδαπέδιας θέρμανσης υπολογίζεται σε 60–80€/m² για σωληνώσεις και θερμομπετό. Στα 100 m² αυτό δίνει περίπου 6.000–8.000€. Η αντλία θερμότητας υπολογίζεται χωριστά. Με βάση τον υπολογισμό πώς απαιτείται 1 kW ανά 10 m² για 10 kW οι τιμές υπολογίζονται σε 3.000–6.000€, με μέση τιμή τα 4.000€. Στο παράδειγμα των 100 m² το συνολικό κόστος προσεγγίζει τις 10.000€. Η συντήρηση της αντλίας είναι ετήσια, ενώ η ενδοδαπέδια έχει μεγάλη διάρκεια ζωής και γενικά πολύ χαμηλό κόστος συντήρησης. Αυτό αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο μακροπρόθεσμης οικονομίας.
Δείτε περισσότερα: Αντλίες θερμότητας: 60% χαμηλότερο το κόστος λειτουργίας σε σχέση με λέβητα
Χρόνος απόσβεσης: Από το μικρό διαμέρισμα μέχρι τη μεγάλη κατοικία
Σύμφωνα με τον κ. Τρανό, ο χρόνος απόσβεσης καθορίζεται με βάση την ετήσια κατανάλωση: Ένα σπίτι 50 m², που ξοδεύει περίπου 300 € τον χρόνο για θέρμανση, δεν θα αποσβέσει γρήγορα μια αντλία αξίας 5.000€. Αντίθετα, σε μεγαλύτερες κατοικίες 150–200 m² που καίνε 1,5–2 τόνους πετρελαίου τον χρόνο η επένδυση σε αντλία θερμότητας μπορεί να αποσβεσθεί σε 3–4 χρόνια. Όταν στην εξίσωση μπει και η ενδοδαπέδια θέρμανση, η εικόνα αλλάζει: Για 100 m², η ενδοδαπέδια κοστίζει σήμερα περίπου 60–80 €/m², δηλαδή γύρω στα 6.000 € με την πιο συνηθισμένη εκτίμηση. Η αντλία θερμότητας 10 kW κοστίζει περίπου 3.000–6.000 €, με μέση τιμή 4.000 €. Το συνολικό πακέτο αγγίζει τα 10.000 € και αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον κ. Τρανό ότι εάν αντικατασταθεί θέρμανση με πετρέλαιο, η απόσβεση για αυτό το παράδειγμα υπολογίζεται στα πέντε χρόνια.
Εξοικονόμηση κατανάλωσης έως και 85%
Σύμφωνα με τον κ. Τρανό, για μία κατοικία που καίει 2 τόνους πετρέλαιο τον χρόνο η μετάβαση σε αντλία θερμότητας μειώνει την κατανάλωση κατά 60–70%. Όταν η αντλία συνδυάζεται με ενδοδαπέδια θέρμανση, η μείωση μπορεί να φτάσει στο 80–85%. Σε σύγκριση με το φυσικό αέριο, η εξοικονόμηση εκτιμάται στο 30–40%.
Ο ρόλος του COP
Κεντρική παράμετρος στην απόδοση της αντλίας είναι ο COP (Coefficient of Performance). Σε εγκαταστάσεις με σώματα καλοριφέρ, το συνηθισμένο COP είναι περίπου 3: δηλαδή για κάθε μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας παράγονται τρεις μονάδες θερμότητας. Η ίδια αντλία, όμως, όταν τροφοδοτεί ενδοδαπέδια θέρμανση, μπορεί να φτάσει COP 4,5–5. Ο λόγος είναι τεχνικός αλλά ευνόητος: η ενδοδαπέδια λειτουργεί σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, πράγμα που επιτρέπει στον ψυκτικό κύκλο της αντλίας να λειτουργεί πιο ομαλά, με χαμηλότερες στροφές και μεγαλύτερη οικονομία. Στην πράξη, το COP μπορεί να αυξηθεί κατά 1–1,5, ακόμη και 2 μονάδες όταν προτιμηθεί ενδοδαπέδια αντί για θέρμανση με σώματα.
Η χαμηλή θερμοκρασία νερού είναι κρίσιμη: στην ενδοδαπέδια λειτουργεί περίπου 36–40°C, ενώ τα σώματα καλοριφέρ απαιτούν 65–80°C. Όπως εξηγεί ο κ. Τρανός, όσο χαμηλότερα λειτουργεί το σύστημα τόσο μεγαλύτερη είναι και η οικονομία. Μάλιστα, μέχρι τους 40°C η αντλία θερμότητας «πρακτικά δεν καταναλώνει σχεδόν καθόλου επιπλέον ηλεκτρική ενέργεια», καθώς αντλεί τη θερμότητα από τον αέρα.
Δείτε περισσότερα: Πολωνικό crash test για τις αντλίες θερμότητας εν μέσω ψύχους
Ποιότητα θέρμανσης: Πώς αλλάζει η αίσθηση στο σπίτι
Η διαφορά μεταξύ ενός χώρου που θερμαίνεται με καλοριφέρ και ενός με ενδοδαπέδια είναι ορατή και αισθητή. Με θερμοκάμερα, εξηγεί ο Τρανός, στα σπίτια με σώματα καλοριφέρ η θερμότητα εμφανίζεται συνήθως από το ύψος περίπου 0,8–1,2 m και πάνω, ενώ το δάπεδο παραμένει πιο κρύο. Στην ενδοδαπέδια, αντίθετα, ολόκληρος ο χώρος εμφανίζεται ομοιόμορφα ζεστός. Η κατανομή της θερμότητας είναι πιο ήπια και σταθερή, δεν υπάρχουν απότομες κορυφώσεις ή «σκαμπανεβάσματα». Αυτό μεταφράζεται σε πιο ευχάριστο θερμικό περιβάλλον και σε αίσθηση σταθερής ζέστης χωρίς την τοπική συγκέντρωση θερμότητας που δημιουργούν τα σώματα.
Πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα & περιορισμοί
Ο Τρανός συνοψίζει τα πλεονεκτήματα ως εξής:
- Υψηλή ενεργειακή απόδοση, ιδιαίτερα όταν η αντλία συνεργάζεται με ενδοδαπέδια.
- Ομοιόμορφη και άνετη κατανομή θερμότητας.
- Βελτιωμένη υγιεινή περιβάλλοντος αφού μειώνονται οι ροές αέρα που μεταφέρουν σκόνη και ακάρεα.
- Πολυχρηστικότητα, καθώς το ίδιο σύστημα μπορεί να παρέχει θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό χρήσης (ΖΝΧ).
- Αισθητική βελτίωση του χώρου αφού δεν υπάρχουν εμφανή σώματα και σωληνώσεις.
Στα κύρια μειονεκτήματα εντάσσονται:
- Το υψηλό αρχικό κόστος που δεν το καθιστά πρώτη επιλογή για πολύ χαμηλά εισοδήματα.
- Οι περιορισμοί αναφορικά με περιοχές και κλιματικές συνθήκες όπου η αντλία μπορεί να μην είναι κατάλληλη.
- Τεχνικά θέματα σε υπάρχοντα κτίρια, κυρίως το απαιτούμενο ύψος της ενδοδαπέδιας, περίπου 10 cm, που μπορεί να σημαίνει ξήλωμα δαπέδων και πρόσθετες εργασίες. Γι’ αυτό η ενδοδαπέδια προτιμάται πιο εύκολα σε νέα κτίρια ή σε ανακαινίσεις όπου ο ιδιοκτήτης μπορεί να προβλέψει τέτοιες επεμβάσεις.
Διαβάστε ακόμη
