Άρθρο της Δέσποινας Παληαρούτα στο powergame.gr στο πλαίσιο του αφιερώματος «Η Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης»
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε για την Ελλάδα καθοριστικό καταλύτη επιτάχυνσης επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Ειδικά στην ενέργεια δεν λειτούργησε απλώς ως πηγή χρηματοδότησης, αλλά ως μηχανισμός αλλαγής του τρόπου σχεδιασμού, υλοποίησης και παρακολούθησης δημόσιων πολιτικών. Η σημασία του δεν αποτυπώνεται μόνο στο ύψος των πόρων που κινητοποιήθηκαν — περίπου 3,3 δισ. ευρώ για τον ενεργειακό τομέα — αλλά και στη θεσμική εμπειρία που δημιούργησε.
Σε μια περίοδο πολλαπλών ενεργειακών και γεωπολιτικών κρίσεων, το Tαμείο λειτούργησε ως επιταχυντής μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο χρόνο. Μέσα από το ΤΑΑ υλοποιείται ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο έργων που καλύπτει μεταξύ άλλων ανάπτυξη ΑΠΕ, ενίσχυση υποδομών αποθήκευσης, νέες διασυνδέσεις και αναβάθμιση ενεργειακών δικτύων, βελτίωση ενεργειακής αποδοτικότητας σε κτίρια και επιχειρήσεις. Έργα που συμβάλλουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και στη θωράκιση της χώρας απέναντι στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Το ουσιαστικότερο αποτύπωμα του Ταμείου βρίσκεται, ωστόσο, πέρα από τα επιμέρους έργα: Η σύνδεση της χρηματοδότησης με σαφή ορόσημα και μεταρρυθμίσεις, η αυστηρή τήρηση χρονοδιαγραμμάτων και η συνεχής αξιολόγηση της προόδου εισήγαγαν ένα νέο πρότυπο υλοποίησης δημόσιων επενδύσεων. Δημιουργήθηκε έτσι πολύτιμη τεχνογνωσία που αποτελεί παρακαταθήκη για τα επόμενα χρόνια. Διότι δεν άλλαξε μόνο ο τρόπος υλοποίησης των έργων, αλλά και ο τρόπος εργασίας και η διοικητική κουλτούρα.
Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης βαίνει προς ολοκλήρωση, η συζήτηση μετατοπίζεται στην επόμενη ημέρα. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον νέα χρηματοδοτικά εργαλεία —τη νέα προγραμματική περίοδο του ΕΣΠΑ, το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού —που μπορούν να δώσουν συνέχεια σε μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις. Το ζητούμενο δεν είναι η αποσπασματική αξιοποίησή τους, αλλά ο συνδυασμός τους με μια πιο στρατηγική προσέγγιση, που θα εντάσσει τα διαφορετικά μέσα χρηματοδότησης σε ένα συνεκτικό πλαίσιο ενεργειακής πολιτικής.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η ενεργειακή διάσταση ενσωματώνεται πιο συστηματικά σε πολιτικές ανταγωνιστικότητας, βιομηχανίας και περιφερειακής ανάπτυξης. Η μετάβαση σε ένα καθαρότερο ενεργειακό σύστημα συνδέεται άμεσα με τη μείωση του κόστους παραγωγής, την ενίσχυση επενδύσεων και τη δημιουργία ανθεκτικών τοπικών οικονομιών.
Το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων αποτελεί ένα στοχευμένο εργαλείο στρατηγικής σημασίας, καθώς απαντά σε μια διαχρονική πρόκληση: τη βιώσιμη και οικονομικά αποδοτική ενεργειακή τροφοδοσία των νησιών. Μέσα από παρεμβάσεις που μειώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και ενισχύουν την τοπική παραγωγή ενέργειας, δημιουργούνται προϋποθέσεις ενεργειακής αυτονομίας και σταθερότητας με άμεσα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.
Παράλληλα, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο εισάγει θεσμικά τη διάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης στην ενεργειακή μετάβαση, με στόχο τη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών, την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας και την ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων. Το δε Ταμείο Εκσυγχρονισμού ανοίγει νέες δυνατότητες επενδύσεων σε υποδομές, δίκτυα και καθαρές τεχνολογίες, ενισχύοντας τη σύγκλιση της ελληνικής ενεργειακής αγοράς με τους ευρωπαϊκούς στόχους.
Η επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης δεν σηματοδοτεί επιστροφή σε μια προηγούμενη «κανονικότητα». Με συνολικούς πόρους άνω των 30 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία, αποτέλεσε μια μοναδική χρηματοδοτική συγκυρία, της οποίας η κλίμακα και η ένταση στήριξης είναι δύσκολο να επαναληφθεί στο μέλλον. Η νέα φάση απαιτεί μετάβαση σε ένα ωριμότερο μοντέλο σχεδιασμού, με βασικά συστατικά την στρατηγική συνέχεια, το συνδυασμό των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων και την ψηφιοποίηση των διαδικασιών.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί να σχεδιάζει και να υλοποιεί σύνθετες ενεργειακές πολιτικές με ταχύτητα και αξιοπιστία. Το ζητούμενο πλέον είναι αυτή η εμπειρία να μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της ενεργειακής διακυβέρνησης.
Διαβάστε ακόμη
