Χαμένη χρονιά αποδεικνύεται το 2026 για την αγορά φωτοβολταϊκών αυτοκατανάλωσης, καθώς οι διοικητικές εκκρεμότητες εξακολουθούν να καθυστερούν τις επενδύσεις, παρά τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο. Οι προσδοκίες μεταφέρονται πλέον στο 2027, με την αγορά να μπορεί να προσθέτει 300–350 MW νέων έργων ετησίως και να διπλασιάζει σχεδόν τη σημερινή της ισχύ έως το 2030.

Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο Στέλιος Ψωμάς, ενεργειακός σύμβουλος του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), μιλώντας στο 8ο Renewable & Storage Forum του energypress.

Όπως εξήγησε, η νέα υπουργική απόφαση περιλαμβάνει περίπου 100 τροποποιήσεις, διορθώνοντας προβλήματα που είχαν κρατήσει καθηλωμένη την αγορά. Ωστόσο, η εφαρμογή της εξακολουθεί να συναντά εμπόδια. Ενδεικτικά, οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας αναμένουν διευκρινιστική εγκύκλιο προκειμένου να προχωρήσουν στην υπογραφή των νέων διμερών συμβάσεων.

Ο κ. Ψωμάς χαρακτήρισε τις καθυστερήσεις «παιδικές ασθένειες» του νέου πλαισίου, εκτιμώντας ότι θα ξεπεραστούν σύντομα.

Το επόμενο 1 GW και ο στόχος του 2030

Σήμερα, η εγκατεστημένη ισχύς αυτοκατανάλωσης στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 1,1–1,15 GW, με το 80% να αφορά επιχειρήσεις και το υπόλοιπο 20% νοικοκυριά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου 375 MW νέων έργων βρίσκονται ήδη σε στάδιο που δημιουργεί προσδοκίες υλοποίησης μέσα στο 2027. Η συγκεκριμένη δεξαμενή ενισχύει την εκτίμηση ότι η αγορά μπορεί να προσθέτει 300–350 MW ετησίως.

Εφόσον διατηρηθεί αυτός ο ρυθμός για μια τριετία, θα εγκατασταθούν επιπλέον 900–1.050 MW, σχεδόν όσα έχουν αναπτυχθεί συνολικά μέχρι σήμερα. Έτσι, ο στόχος του υπουργείου για περίπου 1 GW νέων έργων μέσα στα επόμενα τρία έως τέσσερα χρόνια θεωρείται ρεαλιστικός.

Οι επιχειρήσεις και το όφελος στους λογαριασμούς

Το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης αναμένεται να προέλθει από τις επιχειρήσεις, για τις οποίες η αυτοκατανάλωση προσφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος. Σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, η εξοικονόμηση στους λογαριασμούς μπορεί να ξεπεράσει το 50% στη χαμηλή τάση και να φτάσει περίπου στο 35% στη μέση τάση.

Στα νοικοκυριά, αντίθετα, η εμπειρία του net metering έδειξε ότι το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται κυρίως σε κατοικίες με υψηλές καταναλώσεις. Οι περισσότερες εγκαταστάσεις αφορούσαν συστήματα 5 και 10 kW, με ενεργειακές ανάγκες που ξεπερνούσαν τις 7.500 kWh ετησίως και έφταναν ακόμη και τις 12.000–15.000 kWh, όταν η μέση κατανάλωση μιας κύριας κατοικίας διαμορφώνεται στις 4.675 kWh.

Το επόμενο στοίχημα είναι πλέον η ομαλή εφαρμογή του νέου πλαισίου. Όπως επισήμανε ο κ. Ψωμάς, μόλις ξεμπλοκάρουν οι αδειοδοτήσεις, τα έργα μπορούν να ολοκληρώνονται μέσα σε λίγους μήνες, προσφέροντας στις επιχειρήσεις έναν πιο μόνιμο τρόπο περιορισμού του ενεργειακού κόστους σε σχέση με τις προσωρινές κρατικές επιδοτήσεις.

Διαβάστε ακόμη