Τις προοπτικές της βιομάζας ως βασικού πυλώνα για την απανθρακοποίηση της θέρμανσης αναλύει νεότερο ενημερωτικό δελτίο της αγοράς. Η βιοενέργεια συνιστά σήμερα την κυρίαρχη ανανεώσιμη πηγή στον τομέα της παραγωγής θερμότητας, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί ευρέως γνωστό δεδομένο στο σύγχρονο ενεργειακό τοπίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Βιοενέργειας (Bioenergy Europe), στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε., η βιοθερμότητα —δηλαδή η παραγωγή θερμότητας από στερεά, υγρά και αέρια καύσιμα, καθώς και το βιογενές κλάσμα αποβλήτων— καλύπτει τουλάχιστον τα δύο τρίτα του συνόλου των ΑΠΕ στη θέρμανση. Στον αντίποδα, οι υπόλοιπες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των αντλιών θερμότητας, καταλαμβάνουν αισθητά μικρότερο μερίδιο.

Η ενεργειακή μετάβαση δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τον πλήρη εξηλεκτρισμό. Η δημιουργία μιας ανθεκτικής, προσιτής και ανταγωνιστικής ενεργειακής οικονομίας προϋποθέτει τεχνολογικά ουδέτερη προσέγγιση, όπου ηλεκτρικές και ανανεώσιμες θερμικές λύσεις συνυπάρχουν. Στις βιομηχανικές διεργασίες υψηλής θερμικής ζήτησης, η ανανεώσιμη βιομάζα διεκδικεί κομβικό ρόλο στην απορυκτοποίηση των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Το καύσιμο προέρχεται κυρίως από υπολείμματα βιώσιμης δασικής διαχείρισης, αροτραίων καλλιεργειών και δενδροκαλλιεργειών. Η συλλογή και αξιοποίησή τους περιορίζει τον κίνδυνο εκδήλωσης και εξάπλωσης μεγάλων πυρκαγιών, αποτρέποντας ταυτόχρονα την έκλυση αερίων του θερμοκηπίου. Βάσει των δεδομένων του Bioenergy Europe, η βιώσιμη βιοενέργεια αντιστοιχεί σχεδόν στο 11% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της Ε.Ε., καλύπτοντας το 81% της ανανεώσιμης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη.

Στον κτιριακό τομέα των οικιών και επαγγελματικών χώρων, η εξοικονόμηση επιτυγχάνεται μέσω της συνδυαστικής ενεργειακής αναβάθμισης του κελύφους (μόνωση) και της αντικατάστασης παλαιών συστημάτων ορυκτών καυσίμων. Στη θέση τους εγκαθίστανται συστήματα εναρμονισμένα με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού του ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 2015/1189 (Ecodesign). Αυτά καταναλώνουν τυποποιημένα στερεά βιοκαύσιμα, κυρίως πέλλετ ξύλου πιστοποιημένα με το ευρωπαϊκό σύστημα ENplus®.

Το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) θεσμοθετεί αυτή τη δυναμική, προβλέποντας αύξηση της συνεισφοράς της στερεής βιομάζας στην τελική κατανάλωση ενέργειας. Συγκεκριμένα, από τα 672 ktoe το 2022, η στοχοθεσία ανεβαίνει στα 844 ktoe το 2030, για να ανέλθει στα 984 ktoe το 2050. Βάσει του σχεδιασμού, η βιοενέργεια εισφέρει το 20% και το 26% της τελικής κατανάλωσης στη θέρμανση του οικιακού τομέα έως το 2030 και το 2050 αντίστοιχα. Μαζί με τις αντλίες θερμότητας και τις λύσεις εξηλεκτρισμού, το άθροισμα διαμορφώνεται στο 48% (2030) και στο 57% (2050), καθιστώντας τις συγκεκριμένες τεχνολογίες τις σημαντικότερες πηγές για την ενεργειακή μετάβαση των νοικοκυριών.

Τα πέλλετ ξύλου, ως συμπιεσμένο πριονίδι και υπολείμματα επεξεργασίας ξύλου, αναπτύσσουν την κυκλική βιοοικονομία και την οικονομία του δάσους. Λειτουργούν ως κλιματικά ουδέτερη λύση, καθώς το εκλυόμενο διοξείδιο του άνθρακα έχει ήδη απορροφηθεί κατά την ανάπτυξη της βιομάζας. Επιπρόσθετα, παρά τις ανατιμήσεις της ενεργειακής κρίσης, διατηρούν ανταγωνιστικές τιμές αγοράς έναντι των υπόλοιπων καυσίμων, ιδίως στη βόρεια Ελλάδα όπου συγκεντρώνεται η μεγαλύτερη κατανάλωση.

Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, τα συστήματα αυτά αντικαθιστούν ένα κτιριακό απόθεμα θέρμανσης που μετρά τουλάχιστον 30 χρόνια ζωής στην Ελλάδα και την Ε.Ε. Οι σύγχρονες πιστοποιημένες συσκευές πέλλετ καταγράφουν μειωμένες εκπομπές αέριων ρύπων συγκριτικά με τα ανοικτά τζάκια ή τους λέβητες πετρελαίου, αφήνοντας ελάχιστη, ανακυκλώσιμη τέφρα. Εξασφαλίζουν θερμική άνεση, με την πλήρωση να διαρκεί αρκετές ώρες ή ημέρες, εξαλείφοντας τη συνεχή τροφοδοσία των παραδοσιακών ξυλόσομπων, ενώ ενσωματώνουν τεχνολογίες απομακρυσμένου ελέγχου.

Τέλος, η υιοθέτηση των πέλλετ υποστηρίζει άμεσα την περιφερειακή οικονομία, διατηρώντας θέσεις εργασίας στην παραγωγή, συσκευασία, διανομή και συντήρηση. Υποστηρίζει εγχώριες εφοδιαστικές αλυσίδες βιομάζας που παρέχουν προσιτή ενέργεια, περιορίζοντας την εξάρτηση της Ελλάδας από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Διαβάστε ακόμη