Από την αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος στην αποτελεσματική ένταξή της στο ηλεκτρικό σύστημα μετατοπίζεται πλέον το μεγάλο στοίχημα της ενεργειακής μετάβασης, όπως επισήμανε ο αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ, Δημήτρης Φούρλαρης, από το βήμα του συνεδρίου του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου.
Όπως ανέφερε, το πρόβλημα σήμερα είναι διαφορετικό από εκείνο που αντιμετώπιζε η αγορά πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς πώς θα προστεθεί περισσότερη παραγωγή, αλλά πώς η νέα παραγωγή θα ενσωματωθεί με πραγματική αξία στο ενεργειακό σύστημα. Και αυτό, κατά τον ίδιο, αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογούνται οι επενδύσεις.
Ένα έργο δεν έχει την ίδια αξία σε κάθε σημείο του δικτύου ούτε σε κάθε ώρα λειτουργίας του συστήματος. Ως εκ τούτου, η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης δεν μπορεί να αποτιμάται μόνο με βάση τα νέα MW που εγκαθίστανται. Το βάρος περνά πλέον από τον όγκο της παραγωγής στην αξία που αυτή δημιουργεί για το σύστημα.
Πότε μια ενεργειακή επένδυση είναι πραγματικά στρατηγική
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Φούρλαρης στάθηκε ιδιαίτερα στην έννοια της «στρατηγικής επένδυσης», υπογραμμίζοντας ότι το μέγεθος ενός έργου δεν αρκεί για να του προσδώσει αυτόν τον χαρακτήρα.
Μια επένδυση, όπως εξήγησε, αποκτά στρατηγική σημασία όταν αντιμετωπίζει έναν κρίσιμο περιορισμό του συστήματος, δημιουργεί νέες δυνατότητες σύνδεσης, περιορίζει τις συμφορήσεις, επιτρέπει την αξιοποίηση ενέργειας που διαφορετικά θα χανόταν, αυξάνει την ευελιξία και οδηγεί σε καλύτερη αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων υποδομών.
Με αυτή τη λογική, μια μικρότερη μονάδα στο κατάλληλο σημείο του συστήματος μπορεί να είναι περισσότερο στρατηγική από ένα πολύ μεγαλύτερο έργο σε σημείο που δεν εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες του. Ακόμη και η ψηφιοποίηση ενός δικτύου, σημείωσε, μπορεί υπό προϋποθέσεις να έχει μεγαλύτερη αξία από την κατασκευή μιας νέας υποδομής, εφόσον επιτρέπει να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα η υφιστάμενη δυναμικότητα.
Τα δίκτυα περνούν στο επίκεντρο
Ακριβώς αυτή η αλλαγή οδηγεί, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της ΡΑΑΕΥ, τα δίκτυα στο κέντρο της ενεργειακής μετάβασης.
Για χρόνια, όπως ανέφερε, το δίκτυο αντιμετωπιζόταν περίπου ως ένα παθητικό υπόβαθρο: αναπτυσσόταν η παραγωγή και οι υποδομές έπρεπε να ακολουθήσουν. Η προσέγγιση αυτή, όμως, δεν επαρκεί πλέον. Τα δίκτυα γίνονται καθοριστικός παράγοντας για το πόση νέα παραγωγή μπορεί πράγματι να ενταχθεί και με ποιο κόστος.
Στο νέο αυτό περιβάλλον αποκτούν αυξανόμενη σημασία οι προληπτικές ή anticipatory επενδύσεις, δηλαδή έργα που δεν σχεδιάζονται αποκλειστικά για να καλύψουν μια ανάγκη η οποία έχει ήδη εμφανιστεί, αλλά στηρίζονται σε τεκμηριωμένες μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις για την εξέλιξη του συστήματος.
Ο ίδιος, πάντως, έθεσε σαφώς και την άλλη πλευρά της εξίσωσης. Ο σχεδιασμός πρέπει να αποφύγει δύο άκρα: από τη μία, την καθυστέρηση επενδύσεων μέχρι οι περιορισμοί του δικτύου να γίνουν τροχοπέδη για την ανάπτυξη και, από την άλλη, την αντίληψη ότι κάθε νέα πάγια επένδυση δικαιολογείται αυτομάτως στο όνομα της ενεργειακής μετάβασης.
Στο ίδιο πνεύμα ενέταξε και τις ευέλικτες συνδέσεις, ιδίως σε περιοχές όπου η διαθέσιμη χωρητικότητα του δικτύου είναι περιορισμένη. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως το έθεσε, δεν είναι μόνο πόσο δίκτυο διαθέτει μια χώρα, αλλά και πόσο αποτελεσματικά το χρησιμοποιεί.
Αποθήκευση χωρίς «κυνήγι» των MW
Ανάλογη ήταν η τοποθέτησή του για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Ο κ. Φούρλαρης προειδοποίησε ουσιαστικά απέναντι σε μια λογική που θα μετατρέψει και την αποθήκευση σε έναν ακόμη αγώνα συσσώρευσης ισχύος.
Η αξία της, όπως τόνισε, βρίσκεται στον ρόλο που μπορεί να παίξει μέσα στο σύστημα: μεταφέρει ενέργεια στον χρόνο, περιορίζει τις περικοπές παραγωγής, προσφέρει υπηρεσίες εξισορρόπησης, ενισχύει την ασφάλεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να μειώσει την ανάγκη για πρόσθετες επενδύσεις στο δίκτυο.
Αναφέρθηκε παράλληλα στην πρόβλεψη του ελληνικού ενεργειακού σχεδιασμού για περίπου 4,1 GW αποθήκευσης, επιμένοντας ωστόσο ότι η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο συνολικό μέγεθος. Σημασία έχει πού βρίσκεται η αποθήκευση, πότε μπορεί να λειτουργεί και ποια ανάγκη του συστήματος εξυπηρετεί.
Οι διασυνδέσεις ως υποδομές αγοράς και ασφάλειας
Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τις οποίες χαρακτήρισε πολύ περισσότερο από απλές γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόκειται, όπως ανέφερε, για υποδομές αγοράς, ασφάλειας και γεωστρατηγικής σημασίας, ιδιαίτερα όσο αυξάνεται η συμμετοχή της μεταβλητής παραγωγής στο ενεργειακό μείγμα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησε τη διασύνδεση της Κρήτης, ενώ συνέδεσε την ανάπτυξη των διασυνδέσεων με τη φιλοδοξία της Ελλάδας να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου.
Ένας ενεργειακός κόμβος, σημείωσε, δεν προκύπτει απλώς από μια διακήρυξη. Χτίζεται μέσα από υποδομές, διασυνδέσεις, επαρκή ευελιξία και ένα ρυθμιστικό περιβάλλον στο οποίο οι επενδυτές γνωρίζουν τους κανόνες. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο GSI, στις νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στη νέα γραμμή με την Ιταλία.
Η ζήτηση πρέπει να μπει στην εξίσωση
Ένα ακόμη σημείο που, κατά τον ίδιο, παραμένει συχνά στο περιθώριο της συζήτησης είναι η πλευρά της ζήτησης.
Σε ένα ενεργειακό σύστημα με πολύ υψηλότερη συμμετοχή μεταβλητής παραγωγής, οι καταναλώσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως παθητικό φορτίο. Μπορούν να εξελιχθούν και σε πηγές ευελιξίας, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν έξυπνα συστήματα, πρόσβαση στα δεδομένα και πραγματικές δυνατότητες απόκρισης της ζήτησης.
Ο κ. Φούρλαρης συνέδεσε αυτή την αλλαγή και με την προστασία των καταναλωτών, επισημαίνοντας ότι η μετάβαση δεν μπορεί να στηριχθεί εις βάρος όσων δεν διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες, γνώσεις ή πρόσβαση σε δεδομένα.
Οι πέντε προτεραιότητες για τη ρύθμιση
Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, ο αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ περιέγραψε και τον ρόλο της ρυθμιστικής αρχής. Όπως ξεκαθάρισε, ο ρυθμιστής δεν χαράσσει ενεργειακή πολιτική, δεν επιλέγει τεχνολογίες και δεν πρέπει να υποκαθιστά ούτε την αγορά ούτε την τεχνολογική εξέλιξη.
Ο ρόλος του είναι να διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να γίνουν οι κατάλληλες επενδύσεις, με σαφείς κανόνες και ορθολογική κατανομή του κόστους.
Ως εκ τούτου, έθεσε πέντε βασικές κατευθύνσεις, πιο μακροπρόθεσμο και ολοκληρωμένο σχεδιασμό, ρύθμιση που εστιάζει στο αποτέλεσμα και όχι στην «ταμπέλα» μιας τεχνολογίας, τεχνολογική ουδετερότητα, διαφάνεια και, τέλος, σταθερότητα και ασφάλεια δικαίου.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην κανονιστική προβλεψιμότητα. Όπως σημείωσε, οι επενδυτές μπορούν να αναλάβουν επιχειρηματικό κίνδυνο, εκείνο που δυσκολεύονται να αποτιμήσουν είναι ο απρόβλεπτος κανονιστικός κίνδυνος.
Γι’ αυτό και η ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων, μολονότι είναι σημαντική, δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος της ποιότητάς τους. Η διαβούλευση, η αιτιολόγηση, η διαφάνεια και η συνέπεια των αποφάσεων δεν αποτελούν γραφειοκρατικά εμπόδια, υπογράμμισε, αλλά προϋποθέσεις ώστε μια επένδυση να είναι ασφαλής και χρηματοδοτήσιμη.
Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν, τελικά, ότι η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί διαφορετικό τρόπο σχεδιασμού: όχι αποσπασματική ανάπτυξη επιμέρους τεχνολογιών, αλλά αντιμετώπιση της παραγωγής, των δικτύων, της αποθήκευσης, των διασυνδέσεων, της ζήτησης και της ρύθμισης ως τμημάτων του ίδιου συστήματος. Μόνο έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, η μετάβαση μπορεί να είναι όχι μόνο πράσινη, αλλά και ασφαλής, ανταγωνιστική και οικονομικά βιώσιμη.
Διαβάστε ακόμη
