Σε τροχιά ουσιαστικής ωρίμανσης εισέρχεται το έργο H2DRIA, το ελληνικό «backbone» υδρογόνου που φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό κορμό μεταφοράς πράσινου καυσίμου από τον Νότο προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, καθώς ο ΔΕΣΦΑ προχωρά πλέον σε συγκεκριμένα, μετρήσιμα βήματα για την τεχνική και αδειοδοτική του ωρίμανση.

Καθοριστικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης αποτελεί η ταυτόχρονη προκήρυξη δύο κρίσιμων διαγωνισμών, που αφορούν αφενός τη μελέτη ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου (Quantitative Risk Assessment – QRA) και αφετέρου τη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Environmental Impact Assessment – EIA), δύο διαδικασίες που αποτελούν προϋπόθεση τόσο για την ασφάλεια όσο και για την αδειοδότηση του έργου.

Ο πρώτος διαγωνισμός αφορά την εκπόνηση μελέτης ασφαλείας και ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου για τον αγωγό υδρογόνου υψηλής πίεσης H2DRIA, με αντικείμενο την πλήρη ανάλυση των σεναρίων κινδύνου που συνδέονται με τη μεταφορά υδρογόνου, την εκτίμηση της πιθανότητας εμφάνισής τους και τον προσδιορισμό των απαραίτητων μέτρων περιορισμού τους. Η συγκεκριμένη σύμβαση, προϋπολογισμού 70.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), αφορά έναν αγωγό που θα εκκινεί από την περιοχή των Αγίων Θεοδώρων Κορινθίας και θα καταλήγει στα σύνορα της Ελλάδας με τη Βουλγαρία, ενώ η διάρκεια υλοποίησης της μελέτης εκτιμάται σε τέσσερις μήνες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι τίθενται αυστηρά τεχνικά κριτήρια συμμετοχής, καθώς οι υποψήφιοι ανάδοχοι καλούνται να διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία σε μελέτες ασφαλείας για αγωγούς υψηλής πίεσης που μεταφέρουν υδρογόνο, στοιχείο που αναδεικνύει τον εξειδικευμένο χαρακτήρα του έργου.

Παράλληλα, σε εξέλιξη τίθεται και ο δεύτερος διαγωνισμός για τη μελέτη εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων του ίδιου αγωγού, με σαφώς μεγαλύτερο προϋπολογισμό, που ανέρχεται σε 250.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), και διάρκεια υλοποίησης οκτώ μηνών. Η μελέτη αυτή θα αποτυπώσει τις επιπτώσεις του έργου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον κατά μήκος της όδευσης, θα αξιολογήσει εναλλακτικές λύσεις και θα προσδιορίσει τα αναγκαία μέτρα προστασίας, αποτελώντας ουσιαστικά τη βάση για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου. Και σε αυτή την περίπτωση, οι απαιτήσεις είναι αυξημένες, καθώς ζητείται εμπειρία σε περιβαλλοντικές μελέτες για αγωγούς υψηλής πίεσης σημαντικού μήκους, γεγονός που περιορίζει τον κύκλο των δυνητικών συμμετεχόντων σε εξειδικευμένους διεθνείς παίκτες.

Και οι δύο διαγωνισμοί διενεργούνται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΔΕΣΦΑ, με κοινή προθεσμία υποβολής προσφορών στις 4 Μαΐου 2026, στοιχείο που καταδεικνύει τη βούληση να «τρέξουν» παράλληλα τα δύο βασικά σκέλη ωρίμανσης. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία: η ποσοτική εκτίμηση κινδύνου και η περιβαλλοντική μελέτη αποτελούν τα δύο θεμελιώδη «φίλτρα» που θα καθορίσουν αν και με ποιους όρους μπορεί να υλοποιηθεί ένα έργο μεταφοράς καθαρού υδρογόνου υψηλής πίεσης, επιταχύνοντας ταυτόχρονα τη μετάβαση στην επόμενη φάση σχεδιασμού.

Το έργο H2DRIA

Tο έργο H2DRIA, το οποίο συνιστά τη βασική υποδομή μεταφοράς υδρογόνου στην Ελλάδα και έναν από τους κρίσιμους κρίκους του Νοτιοανατολικού Διαδρόμου Υδρογόνου της Ευρώπης. Ο σχεδιασμός προβλέπει την ανάπτυξη ενός νέου αγωγού συνολικού μήκους περίπου 570 χιλιομέτρων, ο οποίος θα εκκινεί από τη Νότια Ελλάδα, στην περιοχή των Αγίων Θεοδώρων Κορινθίας, και θα καταλήγει στο Σιδηρόκαστρο, στο σημείο διασύνδεσης με το βουλγαρικό σύστημα μεταφοράς.

Η όδευση του αγωγού έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τον υφιστάμενο διάδρομο του εθνικού συστήματος φυσικού αερίου, επιλογή που περιορίζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και αξιοποιεί υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές. Παράλληλα, διασχίζει τις βασικές βιομηχανικές και ενεργειακές ζώνες της χώρας, συνδέοντας στην πράξη τα δυνητικά σημεία παραγωγής υδρογόνου με τα βασικά κέντρα κατανάλωσης.

Ειδικότερα, το έργο στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου που θα εξυπηρετεί:

  • τις βιομηχανικές περιοχές της Αττικής και της Κορινθίας, όπου εντοπίζεται συγκέντρωση ενεργοβόρων δραστηριοτήτων,
  • τη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα τη Θεσσαλονίκη, ως κομβικό σημείο κατανάλωσης και διανομής,
    καθώς και τις διασυνδέσεις με γειτονικές αγορές, με πρώτη τη Βουλγαρία και σε επόμενο στάδιο τη Βόρεια Μακεδονία.

Η μεταφορική ικανότητα του αγωγού εκτιμάται σε περίπου 80 GWh ημερησίως, μέγεθος που υποδηλώνει ότι το H2DRIA δεν περιορίζεται στην κάλυψη εγχώριων αναγκών, αλλά σχεδιάζεται εξαρχής ως διασυνοριακή υποδομή. Σε τεχνικό επίπεδο, οι προκαταρκτικές μελέτες κάνουν λόγο για αγωγό μεγάλης διαμέτρου, της τάξης των 36 ιντσών, με την ανάγκη εγκατάστασης σταθμών συμπίεσης σε στρατηγικά σημεία, όπως τα Μέγαρα και η Νέα Μεσημβρία, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή υδρογόνου σε όλο το μήκος του δικτύου.

Καθοριστικό στοιχείο είναι ότι το έργο σχεδιάζεται εξαρχής για τη μεταφορά καθαρού υδρογόνου υψηλής πίεσης, και όχι ως απλή προσαρμογή υφιστάμενων αγωγών φυσικού αερίου. Αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τόσο τις τεχνικές απαιτήσεις όσο και το ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς το υδρογόνο παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη συμπεριφορά του και τους κινδύνους που συνεπάγεται η μεταφορά του.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το H2DRIA εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό για τη δημιουργία ενός διαδρόμου μεταφοράς πράσινου υδρογόνου από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη προς την Κεντρική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική υποδομή λειτουργεί ως τμήμα ενός μεγαλύτερου συστήματος που μπορεί να διασυνδεθεί με τα δίκτυα της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και περαιτέρω προς την Ουγγαρία και τη Γερμανία, ενώ εξετάζεται και η δυτική «διακλάδωση» προς την Ιταλία, αξιοποιώντας υφιστάμενους σχεδιασμούς όπως ο αγωγός IGI.

Η ένταξη του έργου στη λίστα των PCI και η εξασφάλιση χρηματοδότησης από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» επιβεβαιώνουν τον στρατηγικό του χαρακτήρα, ενώ η προώθηση των διαγωνισμών για τις κρίσιμες μελέτες σηματοδοτεί ότι το έργο εισέρχεται πλέον σε φάση συγκεκριμένης υλοποίησης. Το H2DRIA δεν αποτελεί απλώς ένα εθνικό ενεργειακό project, αλλά ένα έργο με σαφή ευρωπαϊκή διάσταση, που φιλοδοξεί να τοποθετήσει την Ελλάδα στον χάρτη των μελλοντικών ροών υδρογόνου.

Διαβάστε ακόμη