Ο πόλεμος στο Ιράν δεν έχει προκαλέσει προβληματισμό μόνο στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά σε ολόκληρη την οικονομία, καθώς ασκεί πληθωριστικές πιέσεις. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις έρχονται να προστεθούν σε μια ήδη εύθραυστη ενεργειακή πραγματικότητα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι αγορές ενέργειας βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις σοβαρές επιπτώσεις της πανδημίας, η οποία προκάλεσε αναταράξεις στην παραγωγή, τη ζήτηση και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Λίγο διάστημα αργότερα, οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία οδήγησαν σε μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη, αναδεικνύοντας με έντονο τρόπο την εξάρτηση της ηπείρου από εισαγόμενα καύσιμα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας της Γηραιάς Ηπείρου αναδείχθηκε σε κορυφαία προτεραιότητα. Από τότε μέχρι σήμερα, οι ευρωπαϊκές πολιτικές εστιάζουν ολοένα και περισσότερο στη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και στην ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), οι οποίες καλούνται να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μετάβαση προς ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο ενεργειακό σύστημα.

Τι αναφέρουν στον κλάδο των αιολικών

Στον κλάδο της αιολικής ενέργειας, πηγές της αγοράς εκφράζουν έντονη ανησυχία για την αύξηση του κόστους στις παραδόσεις υλικών, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με τις διεθνείς αναταράξεις. Το κόστος των πρώτων υλών και των μεταφορών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την υλοποίηση των έργων, και οποιαδήποτε μεταβολή επηρεάζει άμεσα την οικονομική τους βιωσιμότητα.

Επιπλέον, μια σημαντική παρενέργεια, η οποία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, είναι η πιθανή μεταβολή των χρονοδιαγραμμάτων για έργα που βρίσκονται ήδη σε φάση σχεδιασμού ή υλοποίησης. Οι καθυστερήσεις αυτές μπορεί να επηρεάσουν όχι μόνο μεμονωμένα έργα, αλλά και τον συνολικό προγραμματισμό της ενεργειακής μετάβασης.

Οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι, στο επίπεδο του σχεδιασμού –ιδίως όσον αφορά τους διαγωνισμούς– θα πρέπει να προβλέπονται μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια, ώστε η αγορά να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις και στις αβεβαιότητες που δημιουργεί το διεθνές περιβάλλον. Παράλληλα, στους διαγωνισμούς θα πρέπει, όπως λένε, να υπάρχει ένας δείκτης σε σχέση με τις προσφερόμενες τιμές, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος επανάληψης φαινομένων όπως εκείνων που δημιούργησε η πανδημία.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, τα «καμπανάκια» που έχει κρούσει η ΕΛΕΤΑΕΝ σχετικά με τον πρόσφατο διαγωνισμό της ΡΑΑΕΥ στο πλαίσιο του προγράμματος «Απόλλων». Όπως είχε επισημάνει, μεταξύ άλλων, η ένωση: «Το όφελος θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο αν περισσότερα αιολικά πάρκα είχαν μπορέσει να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό. Αυτό δεν συνέβη εξαιτίας ποικίλων λόγων. Οι πιο σημαντικοί από αυτούς σχετίζονται με γενικότερες ανεπάρκειες της πολιτικής ανάπτυξης των ΑΠΕ στη χώρα μας. Υπάρχουν όμως και ζητήματα που αφορούν τον σχεδιασμό και τους όρους του διαγωνισμού».

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει και η αναμενόμενη δημοσίευση του χωροταξικού σχεδιασμού για τις ΑΠΕ. Πρόκειται για ένα ζήτημα κομβικής σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου, καθώς θα καθορίσει τις περιοχές όπου μπορούν να αναπτυχθούν νέα έργα. Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν ληφθεί ακόμη οριστικές αποφάσεις, εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο γενικής απαγόρευσης εγκατάστασης αιολικών σε εκτεταμένες περιοχές, όπως οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας, όπως είχε αναφέρει σε παλαιότερη ανακοίνωσή της η ΕΛΕΤΑΕΝ.

Τι βλέπουν στην αγορά των φωτοβολταϊκών

Στον κλάδο των φωτοβολταϊκών, η εικόνα εμφανίζεται προς το παρόν πιο σταθερή. Πηγές της ελληνικής αγοράς εκτιμούν ότι δεν παρατηρούνται προβλήματα στα αποθέματα, ενώ δεν αναμένονται καθυστερήσεις στις παραλαβές, όπως είχε συμβεί πριν από τρία έως τέσσερα χρόνια, όταν οι εφοδιαστικές αλυσίδες είχαν δεχθεί ισχυρό πλήγμα.

Ωστόσο, οι εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο δεν αφήνουν ανεπηρέαστο τον κλάδο. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Κίνα, που αποτελεί βασικό παίκτη στην παραγωγή φωτοβολταϊκών πάνελ, προχωρά σε αναδιάρθρωση της αγοράς της. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις εντάσεις στην αλυσίδα εφοδιασμού, αλλά και με το αυξανόμενο κόστος βασικών πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή εξοπλισμού.

Υπό αυτά τα δεδομένα, στην ελληνική αγορά εκτιμάται ότι ενδέχεται να υπάρξουν αυξήσεις στο κόστος των υλικών. Παρ’ όλα αυτά, το μεταφορικό σκέλος δεν φαίνεται, προς το παρόν, να επηρεάζεται σημαντικά, γεγονός που λειτουργεί ως ένας σταθεροποιητικός παράγοντας για την υλοποίηση έργων.

Την ίδια στιγμή, καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον από επιχειρήσεις για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων, κυρίως σε στέγες κτιρίων. Όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς, τις τελευταίες ημέρες πολλές εταιρείες δέχονται τηλεφωνήματα από ενδιαφερόμενους που επανεξετάζουν τέτοιες επενδύσεις, επιδιώκοντας να περιορίσουν τις επιπτώσεις από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και να μειώσουν τη μακροχρόνια έκθεσή τους στις υψηλές τιμές των συμβατικών καυσίμων.

Παρά το αυξημένο αυτό ενδιαφέρον, στον κλάδο επισημαίνεται ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν. Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν καταγραφεί δυσκολίες που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με το θεσμικό πλαίσιο και τη λειτουργία της αγοράς, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην καθήλωση της αυτοπαραγωγής, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό ζητούμενο για την περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα.

Διαβάστε ακόμη