Το βιοαέριο αποτελεί μονάδα που λειτουργεί αδιάλειπτα, καθώς η αναερόβια χώνευση είναι μια συνεχής βιολογική διεργασία που δεν επιτρέπει εύκολες διακοπές. Οι μονάδες βιοαερίου θεωρούνται μονάδες βάσης ακριβώς λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορούν να σταματούν και να επανεκκινούν σε μικρό χρονικό διάστημα. Η λειτουργία τους είναι σχεδιασμένη να είναι σταθερή και συνεχής, προκειμένου να διασφαλίζεται η ομαλή εξέλιξη της βιολογικής διεργασίας.
Όπως τονίζουν πηγές της αγοράς, η συγκεκριμένη διεργασία απαιτεί σημαντική προεργασία. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν χρησιμοποιείται ένα ενιαίο υλικό, αλλά ένα μείγμα διαφορετικών οργανικών υλών, που έχει διαφορετικό ρυθμό αποδόμησης. Για να επιτευχθεί η παραγωγή του τελικού προϊόντος, του βιοαερίου, απαιτείται χρόνος και σωστή διαχείριση των πρώτων υλών, ώστε να εξασφαλιστεί η αποδοτική λειτουργία της μονάδας. Η ανομοιογένεια των υλικών καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη διακοπή και επανεκκίνηση της διαδικασίας χωρίς επιπτώσεις στην απόδοση.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, το βιοαέριο χαρακτηρίζεται από σταθμισμένο κόστος παραγωγής, το οποίο δεν επιτρέπει μεγάλες διακυμάνσεις στη λειτουργία. Παράλληλα, οι μονάδες δεν είναι σχεδιασμένες να τίθενται εκτός λειτουργίας, αλλά να λειτουργούν σε συνεχή βάση, δηλαδή 24 ώρες το 24ωρο και 7 ημέρες την εβδομάδα. Ωστόσο, από τη βδομάδα της Καθαράς Δευτέρας και σε καθημερινή βάση, καταγράφονται επαναλαμβανόμενες μηδενικές και αρνητικές τιμές στην αγορά ενέργειας. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί αναγκαστικά πολλές μονάδες στο να διακόπτουν τη λειτουργία τους, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον σχεδιασμό και τη φύση τους.
Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι οι μονάδες βιοαερίου δεν προκαλούν αστάθεια στο ενεργειακό σύστημα, αλλά αντιθέτως συμβάλλουν στη σταθερότητά του, ακριβώς λόγω της συνεχούς και προβλέψιμης λειτουργίας τους. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και η υποχρεωτική εγκατάσταση τηλεμετρητών στις μονάδες, μέτρο που έχει ήδη υλοποιηθεί από περίπου το 95% του κλάδου, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τον έλεγχο της παραγωγής.
Παρά ταύτα, όπως είχε αναφερθεί και τις προηγούμενες ημέρες, έχουν επιβληθεί πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου 2 εκατ. ευρώ σε παραγωγούς. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, τα ποσά αυτά θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αίσθηση ότι ο κλάδος βρίσκεται «υπό διωγμό», ενώ τα πρόστιμα χαρακτηρίζονται ως εξοντωτικά για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους υπολογισμούς και πληροφορίες για το 2024, παρατηρείται μια μικρή αλλά υπαρκτή βελτίωση στα οικονομικά μεγέθη των μονάδων, καθώς και στην παραγωγή τους. Η εξέλιξη αυτή, αν και περιορισμένη, δείχνει μια τάση σταθεροποίησης, η οποία ενδέχεται να αποτελέσει βάση για περαιτέρω ενίσχυση του κλάδου στο μέλλον, υπό την προϋπόθεση ότι θα αντιμετωπιστούν οι υφιστάμενες προκλήσεις.
Διαβάστε ακόμη
