Η καλοκαιρία στη χώρα μας και κυρίως η ηλιοφάνεια ενισχύει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), με την παραγωγή των φωτοβολταϊκών να είναι στα ύψη. Όμως η ζήτηση παραμένει χαμηλή, με αποτέλεσμα να περικόπτονται σημαντικές ποσότητες «πράσινης» ενέργειας.

Κάτι τέτοιο έγινε και το Σαββατοκύριακο και, σύμφωνα με πληροφορίες, παραγωγοί έλαβαν εντολές τηλεελέγχου το Σάββατο για το διάστημα από τις 12 το μεσημέρι έως τις 5 το απόγευμα περίπου. Το Σάββατο μάλιστα, για ένα πεντάωρο περίπου, σημειώθηκαν αρνητικές τιμές (-1,01), ενώ για ακόμη μία μέρα τα αποθέματα στους ταμιευτήρες επέτρεψαν τη μεγάλη παραγωγή από τα υδροηλεκτρικά, τα οποία αποτέλεσαν συνολικά χθες το 11% της ενεργειακής παραγωγής.

Ο προβληματισμός που επικρατεί στην αγορά και κυρίως στον κλάδο των φωτοβολταϊκών είναι μεγάλος, όπως έχει αναφερθεί στο energygame.gr. Το ζήτημα απασχολεί τους μικρομεσαίους παραγωγούς και, για την ακρίβεια, τους μη καθετοποιημένους σε μεγάλο βαθμό. Η αποθήκευση αποτελεί, όπως λένε πηγές της αγοράς, ένα στοίχημα το οποίο καθυστέρησε αρκετά, επισημαίνοντας πως πέρασαν τρία χρόνια από τη διενέργεια του πρώτου διαγωνισμού αποθήκευσης και μέχρι τώρα δεν έχουν «ηλεκτριστεί» έργα.

Ποια ζητήματα προβληματίζουν τους παραγωγούς

Όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, αρκετές τεχνολογίες των ΑΠΕ και κυρίως έργα βιομάζας και βιοαερίου αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας. Έργα μικρών υδροηλεκτρικών είναι «κολλημένα» λόγω των αργών διαδικασιών αδειοδότησης. Σοβαρά ερωτήματα υπάρχουν και στον κλάδο των αιολικών, με πηγές του κλάδου να τονίζουν πως η αναλογία φωτοβολταϊκών και αιολικών πρέπει να ανατραπεί: «Οι οριστικές προσφορές σύνδεσης θα πρέπει να ευνοούν τα αιολικά». Να σημειωθεί πως φέτος υπάρχει η εκτίμηση ότι θα είναι μια καλή χρονιά για τον κλάδο των αιολικών, καθώς προβλέπεται ότι θα προστεθούν έργα ισχύος 300 MW.

Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει έντονος προβληματισμός στους μη καθετοποιημένους παραγωγούς, που δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύπτουν τη «χασούρα» από την προμήθεια και βρίσκονται μπροστά σε σοβαρά ερωτήματα. Όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, το πλαίσιο για τις μπαταρίες πίσω από τον μετρητή τώρα ξεκαθαρίζει. Από την άλλη, οι μεγάλοι παραγωγοί φωτοβολταϊκών (άνω των 20 MW) πρέπει να κάνουν υποαναλύσεις των πλάνων τους. Την ίδια ώρα, τα βιομηχανικά PPAs δεν προχωρούν, με πολλούς να προβληματίζονται λόγω του shaping cost. Τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διαμορφώνεται μια ευρύτερη τάση για PPAs μικρότερης διάρκειας και για έργα περιορισμένου μεγέθους. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την αβεβαιότητα που προκαλούν οι συχνές αρνητικές τιμές στην αγορά.

Το ζήτημα των περικοπών αποτελεί το αποτέλεσμα της δυσαναλογίας ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, την ώρα που αναμένεται να προστεθούν μεγάλα έργα στον κλάδο των φωτοβολταϊκών. Παράλληλα, στη χώρα μας υπάρχει και μια συζήτηση σε σχέση με το δίκτυο. Υπάρχει ένα διαθέσιμο περιθώριο στο δίκτυο, όμως, όπως ανέφερε την περασμένη Παρασκευή ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, Ιωάννης Μάργαρης, σε εκδήλωση για τα data centers, «ο ρυθμός ανάπτυξης των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό ανάπτυξης της ζήτησης σε επίπεδο γιγαβάτ. Η εκμετάλλευση του ηλεκτρικού χώρου θα πρέπει να γίνει με κανόνες και με συγκεκριμένα κριτήρια όσον αφορά ποιος και για πόσο δεσμεύει ηλεκτρικό χώρο».

Πάντως, παρά τα προβλήματα, από αναλυτές και όχι μόνο υπογραμμίζεται η σημασία των εγχώριων πηγών ενέργειας, ιδιαίτερα σε περιόδους όξυνσης των γεωπολιτικών αντιθέσεων. Όπως επεσήμανε χθες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης: «Τέτοιες περίοδοι μας θυμίζουν επίσης και τη σημασία της ενεργειακής πολιτικής που ακολουθούμε τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό γιατί η αυξημένη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό μείγμα που πετύχαμε τα τελευταία χρόνια ενισχύει σημαντικά την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις που προκαλεί η ένταση στη Μέση Ανατολή στις τιμές της ενέργειας. Σήμερα οι ΑΠΕ που διαθέτει η χώρα μας καλύπτουν πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής και συμβάλλουν καθοριστικά στο χαμηλότερο κόστος ενέργειας που έχει η Ελλάδα, τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική τιμή, συγκριτικά με τις γειτονικές μας χώρες».

Διαβάστε ακόμη