Η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος με το Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο την ευαλωτότητα της παγκόσμιας οικονομίας στις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η μείωση των εξαγωγών ενέργειας από τη Μέση Ανατολή προκάλεσαν έντονη αναστάτωση στις αγορές, με τις τιμές του φυσικού αερίου να αυξάνονται κατά 55% την ημέρα μετά την έναρξη της σύγκρουσης και να συνεχίζουν την ανοδική πορεία τους. Παρά τις πιέσεις αυτές, μια ευρωπαϊκή χώρα φαίνεται καλύτερα προετοιμασμένη για να απορροφήσει τους κραδασμούς: η Ισπανία.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα έχει επενδύσει συστηματικά στις ΑΠΕ, δημιουργώντας ένα πιο ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα. Όπως γράφει το euronews, η στρατηγική αυτή φαίνεται πλέον να αποδίδει, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων επηρεάζουν λιγότερο την εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες που εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο.

Ραγδαία ανάπτυξη αιολικής και ηλιακής ενέργειας

Από το 2019, η Ισπανία έχει διπλασιάσει τη δυναμικότητα παραγωγής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά, προσθέτοντας πάνω από 40 GW νέας ισχύος. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επέκταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Γερμανία, της οποίας όμως η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι περίπου διπλάσια σε μέγεθος. Η σημαντική αυτή αύξηση της παραγωγής καθαρής ενέργειας έχει αλλάξει τη δομή της ισπανικής αγοράς ηλεκτρισμού. Σύμφωνα με έκθεση της ενεργειακής δεξαμενής σκέψης Ember, η ανάπτυξη των αιολικών και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων μείωσε κατά 75% την επιρροή των ακριβών μονάδων ορυκτών καυσίμων στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας από το 2019. Παράλληλα, οι ώρες κατά τις οποίες η τιμή του ρεύματος καθοριζόταν από το κόστος παραγωγής με φυσικό αέριο μειώθηκαν πολύ ταχύτερα από ό,τι σε χώρες που παραμένουν πιο εξαρτημένες από το καύσιμο αυτό, όπως η Ιταλία και η Γερμανία.

ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

Φωτοβολταϊκά της TotalEnergies στην Ισπανία © EPA/RAUL CARO

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της Ember, οι χώρες που στηρίζονται έντονα σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε γεωπολιτικές κρίσεις και απότομες αυξήσεις τιμών.

Μείωση του κόστους εισαγωγών και χαμηλότεροι λογαριασμοί

Η στροφή προς τις ΑΠΕ είχε επίσης σημαντικά οικονομικά οφέλη. Μεταξύ 2020 και 2024, η Ισπανία μείωσε τον λογαριασμό εισαγωγών για τον τομέα ηλεκτρικής ενέργειας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Η επέκταση των αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων επέτρεψε την αποφυγή εισαγωγών περίπου 26 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, εξοικονομώντας περίπου 13,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή μετάβαση οδήγησε σε δραστική μείωση της χρήσης άνθρακα. Τον Αύγουστο του 2025, η Ισπανία δεν χρησιμοποίησε καθόλου ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα, μια εντυπωσιακή αλλαγή σε σχέση με μια δεκαετία νωρίτερα, όταν το καύσιμο αυτό αντιπροσώπευε περίπου το ένα τέταρτο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Οι επιπτώσεις είναι ορατές και στους λογαριασμούς των νοικοκυριών. Το 2019, πριν από την επιτάχυνση των επενδύσεων σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, η Ισπανία συγκαταλεγόταν στις χώρες με τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Σήμερα, αντίθετα, διαθέτει από τις χαμηλότερες τιμές ρεύματος στην ήπειρο, ενώ σύμφωνα με αναλυτές της Ember η τάση αυτή συνεχίστηκε και τις πρώτες εβδομάδες του Μαρτίου 2026. Παρά την πρόοδο, ο δρόμος δεν είναι «στρωμένος με ροδοπέταλα». Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι η αποθήκευση ενέργειας, που αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την πλήρη αξιοποίηση των ΑΠΕ και η Ισπανία διαθέτει σήμερα εγκατεστημένη ισχύ αποθήκευσης σε μπαταρίες μόλις 120 MW, γεγονός που την κατατάσσει στη 13η θέση στην Ευρώπη στον συγκεκριμένο τομέα.

Η τρέχουσα κρίση στη Μέση Ανατολή ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ της ενεργειακής μετάβασης. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, που πρέπει να αγοράζονται συνεχώς και υπόκεινται σε έντονες διακυμάνσεις τιμών, οι ανανεώσιμες πηγές απαιτούν κυρίως μια αρχική επένδυση εγκατάστασης. Όπως επισημαίνουν ειδικοί της ενεργειακής αγοράς που επικαλείται το euronews, μια ανεμογεννήτρια, ένα φωτοβολταϊκό πάνελ ή μια μπαταρία αγοράζονται και εγκαθίστανται μία φορά και μπορούν να λειτουργούν για περίπου 25 χρόνια, χωρίς την ανάγκη συνεχούς προμήθειας καυσίμου. Αντίθετα, η εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο σημαίνει καθημερινή έκθεση σε γεωπολιτικούς κινδύνους και απρόβλεπτες μεταβολές των τιμών.

Διαβάστε ακόμη