Η διαχείριση των αποβλήτων από φωτοβολταϊκά πάνελ αναδεικνύεται σταδιακά σε μία από τις πιο κρίσιμες προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης. Και αυτό διότι, όσο αυξάνεται η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών στη χώρα, τόσο πλησιάζει και η στιγμή που ο πρώτος μεγάλος κύκλος εγκαταστάσεων θα αρχίσει να αποσύρεται μαζικά.

Οι προβλέψεις που παρουσιάζει η Φωτοκύκλωση δείχνουν το πραγματικό μέγεθος του ζητήματος. Σύμφωνα με μελέτη του συστήματος, έως το 2055 εκτιμάται ότι στην Ελλάδα θα έχουν παραχθεί περισσότεροι από 1 εκατομμύριο τόνοι αποβλήτων φωτοβολταϊκών πλαισίων, ενώ ήδη από την περίοδο 2030-2033 αναμένεται να εμφανιστεί το πρώτο μεγάλο κύμα αποσύρσεων, που υπολογίζεται σε περίπου 200.000 τόνους. Με άλλα λόγια, η ανακύκλωση φωτοβολταϊκών δεν αποτελεί ένα περιφερειακό θέμα διαχείρισης αποβλήτων, αλλά ένα κρίσιμο κομμάτι της ίδιας της ενεργειακής μετάβασης και της κυκλικής οικονομίας που καλείται να υποστηρίξει η πράσινη ανάπτυξη.

Όπως επεσήμανε κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής ενημέρωσης ο Γενικός Διευθυντής της Φωτοκύκλωσης, Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, η αγορά βρίσκεται σήμερα σε ένα μεταβατικό στάδιο: η χώρα εξακολουθεί να εγκαθιστά μαζικά νέες μονάδες ΑΠΕ, όμως ταυτόχρονα αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα σημαντικά ρεύματα εξοπλισμού που πρέπει να αποσυρθεί και να ανακυκλωθεί. Η επόμενη πενταετία, όπως σημειώνει, θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς θα αποτελέσει την περίοδο κατά την οποία θα πρέπει να οργανωθεί θεσμικά και επιχειρησιακά η αγορά ανακύκλωσης πριν εμφανιστούν οι πολύ μεγαλύτερες ποσότητες αποβλήτων της επόμενης δεκαετίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο κ. Χριστογιαννόπουλος, η ανάγκη διαχείρισης αποβλήτων φωτοβολταϊκών πλαισίων στην ελληνική αγορά εκτιμάται σήμερα ότι προσεγγίζει τους 2.500 τόνους. Πρόκειται για ποσότητα σχετικά μικρή σε σύγκριση με τα μεγέθη που αναμένεται να εμφανιστούν τις επόμενες δεκαετίες, ωστόσο είναι αρκετή για να καταδείξει ότι η φάση της απόσυρσης έχει ήδη ξεκινήσει.

Μέχρι σήμερα έχουν συλλεχθεί και οδηγηθεί προς ανακύκλωση περισσότεροι από 500 τόνοι φωτοβολταϊκών πλαισίων, οι οποίοι αντιστοιχούν σε πάνω από 20.000 πάνελ από εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ουσιαστικά το πρώτο δείγμα της λειτουργίας ενός οργανωμένου συστήματος διαχείρισης για τα συγκεκριμένα απόβλητα στην ελληνική αγορά και δείχνουν ότι ο μηχανισμός συλλογής και επεξεργασίας έχει αρχίσει να ενεργοποιείται, έστω και σε σχετικά περιορισμένη κλίμακα.

Τα ποσοστά αξιοποίησης των υλικών που προκύπτουν από την επεξεργασία των φωτοβολταϊκών πλαισίων είναι ιδιαίτερα υψηλά. Όπως εξηγεί ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, το συνολικό ποσοστό αξιοποίησης φθάνει σήμερα το 99%, επίπεδο που θεωρείται συγκρίσιμο με τις πιο ώριμες ευρωπαϊκές πρακτικές στον τομέα της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών. Πιο συγκεκριμένα, περίπου το 85% του συνολικού βάρους των πλαισίων ανακτάται ως υλικό και επανεισέρχεται στην παραγωγική διαδικασία, ενώ ένα επιπλέον 14% οδηγείται σε ενεργειακή αξιοποίηση. Μόλις το 1% των υλικών καταλήγει τελικά σε ταφή.

Τα αποτελέσματα αυτά, όπως τονίζει ο ίδιος, αποδεικνύουν ότι η ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών πλαισίων αποτελεί μια ώριμη τεχνολογικά διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι τα πάνελ οδηγούνται σε οργανωμένα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν βρίσκεται τόσο στην τεχνολογία, όσο στην οργάνωση της αγοράς και στην καθολική συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων στο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύει η Φωτοκύκλωση. Σύμφωνα με τον κ. Χριστογιαννόπουλο, η αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικά κενά συμμόρφωσης ως προς την καταβολή των εισφορών ανακύκλωσης από τους υπόχρεους παραγωγούς. Σήμερα μόνο ένα μικρό ποσοστό της αγοράς, περίπου 15%, καταβάλλει κανονικά τις εισφορές, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες στρέβλωσης και δυσκολεύει την ανάπτυξη ενός βιώσιμου μηχανισμού ανακύκλωσης.

Για τον λόγο αυτό η Φωτοκύκλωση υπογραμμίζει ότι το βασικό ζητούμενο είναι η πλήρης συμμόρφωση όλων των παραγωγών και εισαγωγέων φωτοβολταϊκού εξοπλισμού με το σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης. «Το βασικό είναι να συμμορφωθούν όλοι», τονίζει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, επισημαίνοντας ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί μια σταθερή και λειτουργική αγορά ανακύκλωσης που να καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα, από τον υπόχρεο παραγωγό μέχρι την τελική επεξεργασία των αποβλήτων.

Παράλληλα, εξετάζεται η θέσπιση μέτρων που θα ενισχύουν τον βαθμό υποχρεωτικότητας του συστήματος, ώστε να διασφαλιστεί σε μεγαλύτερο βαθμό η συμμόρφωση των υπόχρεων παραγωγών. Μεταξύ των προτάσεων που έχουν τεθεί στο τραπέζι βρίσκεται η σύνδεση της καταβολής του τέλους ανακύκλωσης με κρίσιμες διοικητικές διαδικασίες των φωτοβολταϊκών έργων, όπως η ηλεκτροδότηση ενός πάρκου. Με τον τρόπο αυτό, η τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση και ανακύκλωση των αποβλήτων θα εντασσόταν οργανικά στον κύκλο ζωής των έργων, περιορίζοντας φαινόμενα που καθιστούν την αγορά μη λειτουργική.

Το πραγματικό στοίχημα για να ενεργοποιηθεί εκ νέου όλη αυτή η αλυσίδα είναι η εισφορά ανακύκλωσης να διαμορφωθεί σε βιώσιμα επίπεδα. Όπως εξήγησε, η τιμή θα πρέπει αφενός να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του συστήματος ανακύκλωσης και αφετέρου να είναι προσαρμοσμένη στις συνθήκες της ελληνικής αγοράς, ώστε να οδηγήσει τους υπόχρεους παραγωγούς να συμμετάσχουν ενεργά και να καταβάλουν τις εισφορές τους. Το μούδιασμα που έχει παρατηρηθεί στην αγορά το τελευταίο διάστημα συνδέεται, μεταξύ άλλων, και με την εκκρεμότητα της μελέτης του ΕΟΑΝ, η οποία θα καθορίσει τα εύλογα επίπεδα της εισφοράς. Η θέσπιση μιας σαφούς και σταθερής εισφοράς μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πιο ξεκάθαρου πλαισίου λειτουργίας για την αγορά. Το ύψος της τιμής θα πρέπει αφενός να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του συστήματος ανακύκλωσης και αφετέρου να παραμένει σε επίπεδα που να μπορούν να υποστηριχθούν από την αγορά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας.

Ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ) έχει προχωρήσει στον προσωρινό προσδιορισμό της ελάχιστης τιμής του τέλους ανακύκλωσης στα 300 ευρώ, μια απόφαση μεταβατικού χαρακτήρα που ελήφθη προκειμένου να λειτουργήσει προσωρινά μέχρι να ολοκληρωθεί η σχετική μελέτη που θα καθορίσει τα εύλογα επίπεδα της εισφοράς. Η μελέτη, η οποία αναμένεται να παραδοθεί το αμέσως επόμενο διάστημα στον ΕΟΑΝ στην τελική της μορφή, βασίζεται στην ανάλυση των επιχειρησιακών σχεδίων που έχουν καταθέσει τα συστήματα ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, τα διοικητικά και λειτουργικά κόστη των συστημάτων, τα οποία συνυπολογίζονται στη συνολική αποτύπωση του πραγματικού κόστους διαχείρισης και επηρεάζουν τη διαμόρφωση της τελικής εισφοράς ανακύκλωσης.

Παράλληλα εξετάζονται και μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την υποχρεωτικότητα του συστήματος. Μεταξύ των προτάσεων που συζητούνται βρίσκεται η σύνδεση της καταβολής του τέλους ανακύκλωσης με κρίσιμες διοικητικές διαδικασίες των φωτοβολταϊκών έργων, όπως η ηλεκτροδότηση ενός πάρκου ή η υλοποίηση έργων repowering. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να διασφαλιστεί ότι οι υπόχρεοι παραγωγοί θα τηρούν τις υποχρεώσεις τους ως προς τη διαχείριση των αποβλήτων και την ανακύκλωση του εξοπλισμού.

Να σημειωθεί πως η Φωτοκύκλωση δραστηριοποιείται στον τομέα της εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού από το 2009, ενώ από το 2020 έχει εντάξει οργανωμένα και την ανακύκλωση φωτοβολταϊκών πλαισίων στις δραστηριότητές της. Στο διάστημα που ακολούθησε έχει αναπτύξει δίκτυο συλλογής σε πανελλαδικό επίπεδο, καθώς και συνεργασίες με μονάδες επεξεργασίας, ώστε η ανακύκλωση των πλαισίων να πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό εντός της χώρας.

Η επεξεργασία των πλαισίων πραγματοποιείται σήμερα σε συνεργασία με τρεις μονάδες ανακύκλωσης στην Ελλάδα, ενώ από το 2025 η διαδικασία υλοποιείται εξ ολοκλήρου εντός της χώρας, σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην Κρήτη, τη Στερεά Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία. Η γεωγραφική αυτή κατανομή ακολουθεί την αρχή της εγγύτητας, μειώνοντας τις μεταφορές και το σχετικό κόστος διαχείρισης, ενώ παράλληλα ενισχύει την εθνική κυκλική οικονομία και συμβάλλει στη δημιουργία μιας σταθερής εγχώριας υποδομής επεξεργασίας αποβλήτων φωτοβολταϊκών.

Η πρόκληση, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά. Όπως προειδοποιεί ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, από το 2035 και μετά αναμένεται να αποσυρθεί μαζικά η πρώτη γενιά φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων που τοποθετήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Οι όγκοι αποβλήτων που θα δημιουργηθούν τότε θα είναι πολλαπλάσιοι των σημερινών και θα απαιτήσουν διαφορετικό επίπεδο οργάνωσης και σχεδιασμού.

Για τον λόγο αυτό ο ίδιος τονίζει ότι η χώρα πρέπει να προετοιμαστεί εγκαίρως για τη μετάβαση από τη φάση της εγκατάστασης στη φάση της απόσυρσης φωτοβολταϊκών. Αυτό σημαίνει καλύτερο προγραμματισμό των ροών αποβλήτων, σαφείς κανόνες για την υποχρεωτική ανακύκλωση των πάνελ και ανάπτυξη των κατάλληλων υποδομών επεξεργασίας, ώστε η ενεργειακή μετάβαση να συνοδευτεί από ένα πραγματικά λειτουργικό μοντέλο κυκλικής οικονομίας.

Διαβάστε ακόμη