Η νέα άνοδος των τιμών φυσικού αερίου επαναφέρει στο προσκήνιο τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το κατά πόσο το σημερινό μοντέλο τιμολόγησης αντανακλά πραγματικά το κόστος παραγωγής. Παρότι η παραγωγή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι πλέον σημαντικά φθηνότερη, η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου συνεχίζει να μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας των καταναλωτών.
Την αντίφαση αυτή αναδεικνύει σε πρόσφατο σχόλιό του ο καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Παντελής Κάπρος, επισημαίνοντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο το ίδιο το επίπεδο των τιμών φυσικού αερίου, όσο ο τρόπος με τον οποίο αυτές επηρεάζουν την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά της Ευρώπης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η σημερινή άνοδος των τιμών φυσικού αερίου, που κινείται γύρω στα 60 ευρώ ανά MWh στο ολλανδικό χρηματιστήριο TTF μετά την ένταση στη Μέση Ανατολή οδηγεί σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες φυσικού αερίου. Με έναν απλό υπολογισμό, η τιμή αυτή μεταφράζεται σε οριακό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που ξεπερνά τα 150 ευρώ ανά MWh για τις μονάδες αερίου.
Γιατί δε φθάνει στον τελικό καταναλωτή η «φθηνή» ενέργεια
Την ίδια στιγμή, η πραγματική εικόνα του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι εντελώς διαφορετική. Οι δημοπρασίες για νέα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνουν ότι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ μπορεί να είναι κερδοφόρα ακόμη και σε τιμές της τάξης των 50 έως 60 ευρώ ανά MWh. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές συνδυάζεται με συστήματα αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες, το συνολικό κόστος παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο της ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο το φυσικό αέριο. Σε τέτοια σχήματα, μια τιμή της τάξης των 80 έως 90 ευρώ ανά MWh αρκεί για να καταστήσει βιώσιμη την επένδυση.
Με άλλα λόγια, όπως επισημαίνει ο καθηγητής του ΕΜΠ, η «φθηνή» ενέργεια υπάρχει ήδη στο σύστημα, αλλά στην πράξη δεν φτάνει στον τελικό καταναλωτή. Η αιτία βρίσκεται στον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στις αγορές επόμενης ημέρας (day-ahead markets) που λειτουργούν σε όλη την Ευρώπη, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από το λεγόμενο σύστημα οριακής τιμολόγησης (marginal pricing). Με βάση αυτό το μοντέλο, οι μονάδες παραγωγής ταξινομούνται από τις φθηνότερες προς τις ακριβότερες και η τελευταία μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση είναι εκείνη που καθορίζει την τιμή για όλους τους παραγωγούς.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα υδροηλεκτρικά έργα παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με πολύ χαμηλότερο κόστος, αποζημιώνονται στην ίδια υψηλή τιμή που διαμορφώνεται από τις μονάδες φυσικού αερίου. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι καταναλωτές πληρώνουν ηλεκτρική ενέργεια σε επίπεδα που αντανακλούν το κόστος του φυσικού αερίου, ακόμη και όταν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες τεχνολογίες.
Η στρέβλωση αυτή οδηγεί, σύμφωνα με τον Παντελή Κάπρο, στη δημιουργία σημαντικών υπερεσόδων για τις τεχνολογίες χαμηλού κόστους, τα λεγόμενα inframarginal profits. Τα έσοδα αυτά δεν αποτελούν απαραίτητα κίνητρο για νέες επενδύσεις, καθώς ακόμη και μια αποζημίωση που αντανακλά το πραγματικό κόστος παραγωγής των ΑΠΕ θα ήταν αρκετή για να διασφαλίσει την οικονομική βιωσιμότητα των έργων.
Το φαινόμενο αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές το 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η δραστική μείωση των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη οδήγησαν σε εκτίναξη των τιμών. Η άνοδος του φυσικού αερίου μεταφέρθηκε άμεσα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας τις τιμές σε πρωτοφανή επίπεδα.
Σήμερα, όπως προειδοποιεί ο καθηγητής του ΕΜΠ, διαμορφώνονται και πάλι συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αντίστοιχες πιέσεις. Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη οδηγήσει σε αύξηση των τιμών φυσικού αερίου, γεγονός που επαναφέρει τους φόβους για ένα νέο κύμα ενεργειακής αστάθειας.
Στην προηγούμενη κρίση, πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, επέλεξαν να αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις μέσω της επιβολής μηχανισμών ανάκτησης υπερεσόδων από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Τα έσοδα αυτά κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις στους καταναλωτές. Ο μηχανισμός αυτός, ο οποίος εφαρμόστηκε αρχικά από την Ελλάδα το 2022, ενσωματώθηκε στη συνέχεια και στη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία ως εργαλείο αντιμετώπισης κρίσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Παντελή Κάπρο, πρόκειται για ένα μέτρο που μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως προσωρινή λύση σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και όχι ως μόνιμη απάντηση στις αδυναμίες της αγοράς.
Το βασικό ζήτημα, όπως υποστηρίζει, είναι ότι δεν υπάρχει κάποια απλή τεχνική προσαρμογή στο σύστημα οριακής τιμολόγησης που θα μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα χωρίς να υπονομεύσει τη συνοχή και την αξιοπιστία της αγοράς. Όπως σημειώνει η λύση που προτείνεται από πολλούς ειδικούς (και η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο) είναι η δημιουργία μιας οργανωμένης αγοράς διμερών συμβολαίων ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως μέσω συμβάσεων διαφορών (Contracts for Difference – CfDs).
Στο μοντέλο αυτό, οι παραγωγοί και οι καταναλωτές συνάπτουν μακροχρόνιες συμβάσεις σε σταθερές τιμές, οι οποίες αντανακλούν το πραγματικό κόστος παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Με τον τρόπο αυτό, οι καταναλωτές μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση σε φθηνή και σταθερή ενέργεια, χωρίς να επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις των τιμών του φυσικού αερίου στις χονδρεμπορικές αγορές.
Σε ένα τέτοιο σύστημα, η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας θα εξακολουθούσε να λειτουργεί, αλλά ο ρόλος της θα ήταν κυρίως να εξισορροπεί τις βραχυχρόνιες αποκλίσεις μεταξύ παραγωγής και ζήτησης. Το πραγματικό μακροχρόνιο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις θα καθοριζόταν κυρίως από την αγορά οργανωμένων συμβολαίων.
Με δεδομένο ότι η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνει την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η διαμόρφωση ενός τέτοιου πλαισίου θα μπορούσε να αποτελέσει κρίσιμο βήμα για τη σταθεροποίηση των τιμών και τη μείωση του ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη.
Η σημερινή συγκυρία, με την άνοδο των τιμών φυσικού αερίου και την αναζωπύρωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το κεντρικό ερώτημα που απασχολεί την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική: πώς μπορεί το χαμηλό κόστος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να φτάσει πραγματικά στον τελικό καταναλωτή.
Διαβάστε ακόμη
