Σε τροχιά νέων ρεκόρ περικοπών «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας εισέρχεται η ελληνική αγορά, με τις εκτιμήσεις για το 2026 να δείχνουν σαφή επιδείνωση του φαινομένου. Το στίγμα έδωσε ο καθηγητής του ΑΠΘ Παντελής Μπίσκας, παρουσιάζοντας στην ετήσια εκδήλωση της ΠΟΣΠΗΕΦ στη Θεσσαλονίκη τα αποτελέσματα προσομοιώσεων του εργαστηρίου του, σύμφωνα με τις οποίες οι περικοπές το 2026 αναμένεται να κινηθούν στο εύρος 3,3 έως 3,7 TWh, με μεσοσταθμική εκτίμηση περί τις 3,5 TWh.
Όπως υπογράμμισε, η επίδοση αυτή συνιστά αύξηση της τάξης του 75% σε σχέση με το 2025, όταν οι περικοπές έκλεισαν τελικά στις 2 TWh. «Πέρυσι είχαμε προειδοποιήσει για 1,5 με 2 TWh και τελικώς επιβεβαιώθηκε το δυσμενές σενάριο», σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι οι υπολογισμοί αφορούν καθαρές περικοπές ενέργειας και όχι τις επιπλέον απώλειες εσόδων από μηδενικές ή αρνητικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά.
Ο ίδιος απέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του «ψαλιδιού» στα φωτοβολταϊκά, εξηγώντας ότι η δομή της παραγωγής τους οδηγεί σε έντονο ταυτοχρονισμό. Η παραγωγή «συγκεντρώνεται» κυρίως στις μεσημβρινές ώρες, δημιουργώντας αιχμές έγχυσης που υπερβαίνουν τις ανάγκες κατανάλωσης, ιδίως σε περιόδους χαμηλού φορτίου. «Η μη αύξηση της ζήτησης συνιστά ένα καμπανάκι για τις ΑΠΕ γιατί αν περιμένουμε από το φορτίο να μειωθούν οι περικοπές μάλλον είναι λίγο δύσκολο», ανέφερε χαρακτηριστικά, μετατοπίζοντας το επίκεντρο της συζήτησης από την πλευρά της παραγωγής στη δομική στασιμότητα της ζήτησης.
Η διαπίστωση αυτή βρίσκει έρεισμα στα επίσημα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, τα οποία παρουσιάστηκαν στο ίδιο πλαίσιο και αποτυπώνουν με ακρίβεια τη σημερινή εικόνα του συστήματος. Σύμφωνα με τα δεδομένα για το β΄ τρίμηνο του 2026, η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ σε λειτουργία ανέρχεται πλέον στα 17,9 GW. Από αυτά, 9,0 GW είναι συνδεδεμένα στο Σύστημα Μεταφοράς και 8,9 GW στο Δίκτυο Διανομής, γεγονός που καταδεικνύει ότι η πράσινη ισχύς έχει διαχυθεί πλήρως σε όλα τα επίπεδα του ηλεκτρικού συστήματος.
Η τεχνολογική σύνθεση της ισχύος εξηγεί εν πολλοίς τη δυναμική των περικοπών. Τα φωτοβολταϊκά ανέρχονται σε 11,7 GW, δηλαδή σχεδόν τα δύο τρίτα της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, ενώ τα αιολικά διαμορφώνονται στα 5,6 GW και οι λοιπές τεχνολογίες στα περίπου 0,6 GW. Η υπεροχή των φωτοβολταϊκών δεν είναι απλώς ποσοτική· είναι λειτουργικά καθοριστική, καθώς η παραγωγή τους ακολουθεί το ίδιο ημερήσιο μοτίβο, εντείνοντας την υπερπροσφορά σε συγκεκριμένα χρονικά «παράθυρα».
Τα ίδια στοιχεία του ΑΔΜΗΕ δείχνουν ότι η μέγιστη ιστορική αιχμή φορτίου προσεγγίζει τα 11 GW και μάλιστα μόνο για περιορισμένες ώρες μέσα στον χρόνο, ενώ το ετήσιο φορτίο παραμένει σταθεροποιημένο στις 50–51 TWh, ακόμη και μετά τη μεγάλη διασύνδεση της Κρήτης. Η σύγκριση είναι εύγλωττη: σχεδόν 18 GW εγκατεστημένης πράσινης ισχύος σε ένα σύστημα που «χωρά» 11 GW στην αιχμή του. Σε ώρες υψηλής ηλιοφάνειας, η ταυτόχρονη λειτουργία των 11,7 GW φωτοβολταϊκών δημιουργεί μαθηματικά συνθήκες υπερπροσφοράς.
Η ανισορροπία γίνεται ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη η δέσμευση ηλεκτρικού χώρου, Αυτή τη στιγμή καταγράφεται όγκος εκκρεμών αιτημάτων προς τον ΑΔΜΗΕ που προσεγγίζει τα 48 GW, δηλαδή αιτήσεις για σύνδεση στο Σύστημα Μεταφοράς που βρίσκονται «στην ουρά» και δεν έχουν ακόμη λάβει όρους σύνδεσης. Η διάκριση είναι κρίσιμη: τα 32 GW αφορούν ισχύ που έχει ήδη κατοχυρωθεί ως δυνατότητα ένταξης στο σύστημα, ενώ τα 48 GW αποτυπώνουν την πρόσθετη πίεση που ασκεί η αγορά για νέες συνδέσεις. Σε ένα σύστημα με αιχμή φορτίου περί τα 11 GW, το μέγεθος αυτών των μεγεθών εξηγεί γιατί οι Επιπλέον, άνω των 3 GW αφορούν μελλοντικές μονάδες, συμπεριλαμβανομένων υπεράκτιων έργων και της Κρήτης. Συνολικά, η δεσμευμένη ισχύς προσεγγίζει τα 84 GW, σε ένα σύστημα με αιχμή 11 GW. Το μέγεθος της αναντιστοιχίας είναι δομικό και όχι συγκυριακό.
Στο επίπεδο της πραγματικής λειτουργίας του συστήματος, τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο Π. Μπίσκας δείχνουν ότι το φαινόμενο των περικοπών έχει ήδη διευρυνθεί χρονικά. Το 2024 οι απορρίψεις παραγωγής καταγράφηκαν κυρίως την περίοδο Μαρτίου–Μαΐου. Το 2025 το φαινόμενο επεκτάθηκε μέχρι τον Ιούνιο, ενώ τον Αύγουστο σημειώθηκαν σημαντικές περικοπές λόγω υψηλής αιολικής παραγωγής. Το 2026 ξεκίνησε ήδη με 144–145 χιλιάδες MWh περικοπών τον Φεβρουάριο, δηλαδή σε χειμερινό μήνα, γεγονός που κατά την εκτίμησή του προοιωνίζεται ιδιαίτερα πιεστική άνοιξη.
Η συνολική εικόνα του 2025 αποτυπώνει την άλλη όψη του νομίσματος. Οι ΑΠΕ κάλυψαν περίπου το 56% του ενεργειακού μίγματος, με έγχυση περίπου 25 TWh, παρά τις 2 TWh περικοπών. Η παραγωγή από φυσικό αέριο διαμορφώθηκε στις 22 TWh, ενώ οι καθαρές εξαγωγές έφτασαν τις 3 TWh, επίδοση που αποτέλεσε ιστορικό υψηλό. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, οι εξαγωγές αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν μόνιμη λύση απορρόφησης, καθώς αντιστοιχούν σε περιορισμένο ποσοστό επί των συνολικών 55–56 TWh ετήσιας παραγωγής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γεωγραφική κατανομή της εγκατεστημένης ισχύος, όπως αποτυπώθηκε στα στοιχεία που παρουσιάστηκαν. Η Κεντρική Μακεδονία συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος των φωτοβολταϊκών, αποτελώντας τον βασικό «πυρήνα» της ηλιακής παραγωγής της χώρας, ενώ ακολουθούν περιφέρειες που είναι ηλεκτρικά διασυνδεδεμένες με αυτήν, ενισχύοντας περαιτέρω τη συγκέντρωση ισχύος στη Βόρεια Ελλάδα. Στη Δυτική Μακεδονία, αντιθέτως, παρατηρείται διαφορετική δομή: λιγότεροι σταθμοί αλλά μεγάλης ισχύος, γεγονός που δημιουργεί απότομες μεταβολές στην έγχυση όταν αυτοί λειτουργούν ταυτόχρονα.
Η χωρική αυτή συγκέντρωση δεν είναι ουδέτερη ως προς τη λειτουργία του συστήματος. Σε ώρες υψηλής ηλιοφάνειας, οι τοπικές ροές ενέργειας επιβαρύνουν συγκεκριμένους διαδρόμους μεταφοράς, αυξάνοντας την πιθανότητα περιορισμών όχι μόνο για λόγους ισορροπίας παραγωγής–ζήτησης, αλλά και για λόγους δικτυακής επάρκειας. Με άλλα λόγια, η ανισορροπία δεν είναι μόνο χρονική, είναι και γεωγραφική και αυτό εντείνει τη συχνότητα των περικοπών.
ΥΠΕΝ: Το νέο σχήμα στήριξης και οι ευέλικτοι όροι σύνδεσης
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρεί να στείλει μήνυμα σταθερότητας σε μια αγορά που εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών Δέσποινα Παληαρούτα αναγνώρισε ότι οι παραγωγοί ΑΠΕ βρίσκονται υπό αυξημένη πίεση, υπογραμμίζοντας ότι το υπουργείο επιδιώκει τη διαμόρφωση ενός πιο προβλέψιμου επενδυτικού πλαισίου. Στο πλαίσιο αυτό, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην επιτάχυνση της αποθήκευσης. Όπως ανέφερε, έως το τέλος Ιουνίου με βάση τις δεσμεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί το χαρτοφυλάκιο των 700 MW standalone μπαταριών που προέκυψαν από τους διαγωνισμούς της ΡΑΑΕΥ.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση για τη σύσταση της Επιτροπής Αξιολόγησης των αιτήσεων στο πλαίσιο της πρόσκλησης του ΥΠΕΝ για standalone μπαταρίες. Η υπογραφή της ΚΥΑ, στις 27 Φεβρουαρίου, σηματοδοτεί τη μετάβαση από το στάδιο της προκήρυξης στο στάδιο της ουσιαστικής αξιολόγησης των φακέλων, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιτάχυνση των εγκρίσεων και τη σταδιακή ένταξη νέων έργων αποθήκευσης στο σύστημα. Πρόκειται για κρίσιμη θεσμική πράξη, καθώς η καθυστέρηση στην ωρίμανση της αποθήκευσης θεωρείται βασικός παράγοντας κλιμάκωσης των περικοπών.
Παράλληλα, η Γενική Γραμματέας υπενθύμισε ότι με πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση καταργήθηκε το όριο για την προσθήκη μπαταριών behind the meter σε εν λειτουργία και ώριμα φωτοβολταϊκά έργα, διευρύνοντας τη δυνατότητα των παραγωγών να ενσωματώνουν αποθήκευση στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις τους. Την ίδια στιγμή, βρίσκεται στο τελικό στάδιο η επικαιροποίηση της Υπουργικής Απόφασης για το net-billing, ένα εργαλείο που συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση της αυτοπαραγωγής και τη βελτιστοποίηση της ιδιοκατανάλωσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην πλήρη ενσωμάτωση της σχετικής ευρωπαϊκής Οδηγίας, η οποία θα θεσπίσει ευέλικτους όρους σύνδεσης. Η πρόβλεψη αυτή αποκτά ξεχωριστή σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η συνολική δέσμευση ηλεκτρικού χώρου προσεγγίζει τα 84 GW, σε σύστημα με αιχμή περίπου 11 GW. Οι ευέλικτοι όροι σύνδεσης αναμένεται να επιτρέψουν την καλύτερη διαχείριση του περιορισμένου ηλεκτρικού χώρου, χωρίς να αναστέλλεται πλήρως η επενδυτική δραστηριότητα.
Τέλος, η ίδια αποκάλυψε ότι το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται νέο σχήμα στήριξης των ΑΠΕ, το οποίο θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν και δεν προσδιορίστηκε χρονοδιάγραμμα, η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάγκη αναπροσαρμογής των μηχανισμών στήριξης σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων περικοπών και μεταβλητότητας τιμών. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως η πράσινη ισχύς αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση, ο ηλεκτρικός χώρος πιέζεται και οι περικοπές αποκτούν πλέον διαρθρωτικό χαρακτήρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποθήκευση δεν αποτελεί συμπληρωματική τεχνολογική επιλογή, αλλά κεντρικό πυλώνα ενεργειακής πολιτικής και προϋπόθεση σταθερότητας του συστήματος.
Διαβάστε ακόμη
