Οι περικοπές παραγωγής, σε συνδυασμό με τις αρνητικές τιμές που καταγράφονται ολοένα και συχνότερα στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, εξελίσσονται πλέον σε έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες που απειλούν ευθέως τη βιωσιμότητα πολλών έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που προκαλεί έντονο προβληματισμό στην αγορά, καθώς περιορίζει δραστικά τα προσδοκώμενα έσοδα και επιβαρύνει σημαντικά τα οικονομικά μεγέθη των έργων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις φορέων της αγοράς, μόνο κατά την περσινή χρονιά οι περικοπές παραγωγής ανήλθαν περίπου στις 2 TWh, ποσότητα ιδιαίτερα σημαντική. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη εξεύρεσης λύσεων καθίσταται επιτακτική, με την προσοχή της αγοράς να στρέφεται στην άμεση παρουσίαση ενός μηχανισμού που θα μπορεί να αντισταθμίζει τις απώλειες των έργων από τις περικοπές παραγωγής και να περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική τους εικόνα.

Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας αναδεικνύεται σε βασικό ζητούμενο για τον κλάδο, καθώς θεωρείται ένα από τα βασικά εργαλεία για τη διαχείριση των περικοπών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η εγκατάσταση μπαταριών στο κοινό σημείο σύνδεσης, μια λύση που, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, μπορεί να προσφέρει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η δυνατότητα σχετικά γρήγορης ολοκλήρωσης των έργων, στοιχείο κρίσιμο σε μια περίοδο όπου ο χρόνος υλοποίησης παίζει καθοριστικό ρόλο. Παράλληλα, άλλες πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι τα co-located φωτοβολταϊκά, στα οποία αφορά η συγκεκριμένη ρύθμιση, καλούνται να ξεπεράσουν μια σειρά από προκλήσεις, κυρίως τεχνολογικής φύσης, καθώς παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα standalone συστήματα.

Όπως διευκρινίζεται, η μπαταρία που θα συνδέεται στο κοινό σημείο σύνδεσης δεν μπορεί να έχει εγκατεστημένη ισχύ μεγαλύτερη από το άθροισμα της εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών που περιλαμβάνονται στο κοινό αίτημα. Επιπλέον, προβλέπεται ότι όταν οι σταθμοί δεν εγχέουν ενέργεια στο δίκτυο, η μπαταρία θα πρέπει να απορροφά την παραγόμενη ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζουν παράγοντες της αγοράς, η συγκεκριμένη δυνατότητα δίνει στα co-located φωτοβολταϊκά τη δυνατότητα να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας, βελτιώνοντας τη συνολική οικονομική αποδοτικότητα των έργων, ωστόσο εκφράζονται επιφυλάξεις κατά πόσο μπορούν να ανταποκριθούν τα συγκεκριμένα έργα σε αυτές τις προκλήσεις. Υπενθυμίζεται ότι ο ΔΕΔΔΗΕ, πριν από λίγες ημέρες, ανακοίνωσε την ενεργοποίηση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας των ΑΠΕ, μέσω της οποίας παρέχεται η δυνατότητα υποβολής αιτήματος για την προσθήκη συστήματος αποθήκευσης μέσω κοινού μετατροπέα σε σταθμούς ΑΠΕ ανεξάρτητων παραγωγών.

Την ίδια στιγμή, έντονος προβληματισμός εκφράζεται από την αγορά σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα που σχετίζεται με την αποθήκευση ενέργειας με μπαταρίες στις επιχειρήσεις. Πηγές του κλάδου κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι το βασικό ερώτημα παραμένει το κατά πόσο τα έργα θα μπορέσουν να προχωρήσουν με την απαιτούμενη ταχύτητα και να υλοποιηθούν στην πράξη. Όπως έχει αναφερθεί και στο energygame.gr, το πρόγραμμα προέβλεπε την εγκατάσταση Συστημάτων Αποθήκευσης συνολικής ισχύος τουλάχιστον 333 MW. Παρ’ όλα αυτά, οι αιτήσεις που τελικά κατατέθηκαν αντιστοιχούν σε έργα ισχύος περίπου 100 MW, στοιχείο που αποτυπώνει με σαφήνεια το χάσμα ανάμεσα στον αρχικό σχεδιασμό και την πραγματική ανταπόκριση της αγοράς.

Τον σοβαρό κίνδυνο να ναυαγήσει το Πρόγραμμα «Συστήματα Αποθήκευσης στις Επιχειρήσεις» και να χαθούν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είχε επισημάνει πρόσφατα και ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ). Η καταληκτική ημερομηνία για την ολοκλήρωση των έργων έχει οριστεί στις 30 Απριλίου 2026, γεγονός που αφήνει όπως επισημαίνει ο Σύνδεσμος ιδιαίτερα περιορισμένα χρονικά περιθώρια.

Διαβάστε ακόμη