Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία προχώρησαν το 2025 σε περικοπές συνολικά 3,9 τεραβατωρών (TWh) ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ), τα υψηλότερα επίπεδα που καταγράφηκαν στην Ευρώπη, σύμφωνα με μελέτη των Montel και EnAppsSys που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα. Το μέγεθος αυτό είναι αυξημένο κατά 21% σε σύγκριση με το 2024 και συνδέεται άμεσα με τον ιστορικά υψηλό αριθμό ωρών αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού.

Την πρώτη θέση κατέλαβε η Γερμανία, όπου υπήρξαν περικοπές παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ύψους 1,7 TWh. Ακολούθησαν η Γαλλία με 1,4 TWh και η Ολλανδία με 0,8 TWh. Και στις τρεις χώρες, το 2025 σημειώθηκαν ρεκόρ ωρών αρνητικών τιμών: 539 ώρες στη Γερμανία, 509 στη Γαλλία και 584 στην Ολλανδία.

Γιατί αυξάνονται οι περικοπές ΑΠΕ

Σύμφωνα με την έκθεση, η βασική αιτία του φαινομένου είναι ότι η εγκατεστημένη ισχύς ανανεώσιμων πηγών αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα των ηλεκτρικών συστημάτων να απορροφήσουν, να αποθηκεύσουν ή να μετατοπίσουν χρονικά αυτή την ενέργεια μέσω αύξησης της ζήτησης, ανάπτυξης αποθήκευσης και ενίσχυσης της ευελιξίας.

Ιδιαίτερα σε περιόδους έντονης ηλιοφάνειας, η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μπορεί να αυξηθεί απότομα, ενώ η ζήτηση παραμένει σχετικά χαμηλή. Το αποτέλεσμα είναι η πίεση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά και, όπως σημειώνει η μελέτη, η άμεση παροχή οικονομικού κινήτρου στους παραγωγούς ηλιακής ενέργειας να περιορίζουν την παραγωγή τους.

Το φαινόμενο ήταν πιο έντονο στη Γερμανία, όπου η ραγδαία ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών έχει δημιουργήσει έντονες μεσημεριανές αιχμές παραγωγής, ιδιαίτερα την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ως αποτέλεσμα, πολλές ανανεώσιμες μονάδες στη χώρα στρέφονται ολοένα και περισσότερο στην παροχή επικουρικών υπηρεσιών στο σύστημα, όπως ισχύς εξισορρόπησης και εφεδρείες, εξασφαλίζοντας πρόσθετες πηγές εσόδων.

Η Γερμανία, η οποία αντιμετωπίζει αρνητικές τιμές και περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής εδώ και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με άλλες χώρες, θεωρείται ενδεικτική για την πορεία που ενδέχεται να ακολουθήσουν και άλλες ευρωπαϊκές αγορές.

Στην Ολλανδία, η μελέτη καταγράφει έναν έντονο «ηλιακό πυρετό», με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών να υπερβαίνει κατά πολύ τη μέγιστη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η περαιτέρω επέκταση αναμένεται να επιβραδυνθεί, λόγω αλλαγών στα καθεστώτα επιδότησης και της αύξησης του κόστους δικτύου.

Η Γαλλία, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα «επίμονης υπερπροσφοράς», σε συνδυασμό με ένα σχετικά άκαμπτο ενεργειακό μείγμα, όταν οι τιμές γίνονται αρνητικές. Παρότι τα πυρηνικά εργοστάσια προσαρμόζουν όλο και περισσότερο την παραγωγή τους στη ζήτηση, η ευελιξία παραμένει περιορισμένη.

Χωρίς ταχύτερο εξηλεκτρισμό, πιο ευέλικτη ζήτηση και μεγαλύτερη ανάπτυξη αποθήκευσης, οι περικοπές παραγωγής αναμένεται να παραμείνουν διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της γαλλικής αγοράς ηλεκτρισμού, προειδοποιεί η έκθεση. Οι εξαγωγές ρεύματος προς γειτονικές χώρες δεν επαρκούν πάντα για την αποσυμφόρηση, καθώς οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν συχνά ταυτόχρονα ολόκληρες περιοχές.

Τέλος, η μελέτη επισημαίνει ότι τα συστήματα στήριξης των ανανεώσιμων πηγών και στις τρεις χώρες γίνονται σταδιακά πιο «αγοροκεντρικά», γεγονός που συνεπάγεται μειωμένη οικονομική προστασία για τους παραγωγούς κατά τις περιόδους αρνητικών τιμών.

Διαβάστε ακόμη