Το υδροηλεκτρικό φράγμα Belo Monte, ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, καλύπτει σήμερα περίπου το 10% της ηλεκτρικής κατανάλωσης της Βραζιλίας. Ωστόσο, δέκα χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του το 2016, το έργο βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής δικαστικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης, καθώς τα βραζιλιάνικα δικαστήρια έκριναν ότι οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις του ήταν πολύ σοβαρότερες από τις αρχικές προβλέψεις.

Το φράγμα βρίσκεται στον ποταμό Xingu, στην πολιτεία Παρά, στην καρδιά του Αμαζονίου. Ο σχεδιασμός του βασίστηκε στην εκτροπή των υδάτων του ποταμού χωρίς τη δημιουργία μεγάλων ταμιευτήρων, με στόχο να περιοριστούν οι πλημμύρες στις γύρω περιοχές. Υπό αυτή τη λογική, η έγκριση του έργου δόθηκε με έναν αυστηρό βασικό όρο: ότι δεν θα διαταράσσονταν τα τοπικά οικοσυστήματα ούτε οι αυτόχθονες κοινότητες που ζουν κατά μήκος του Xingu.

Δικαστικές αποφάσεις και αποζημιώσεις

Οι πρόσφατες αποφάσεις των δικαστηρίων κατέρριψαν αυτή την υπόθεση, σύμφωνα με το euronews. Τον Δεκέμβριο, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας διέταξε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να καταβάλει 19 εκατ. ρεάλ (περίπου 3 εκατ. ευρώ) ως αποζημίωση σε αυτόχθονες πληθυσμούς που επλήγησαν από τη λειτουργία του φράγματος. Παράλληλα, τοπικό δικαστήριο υποχρέωσε τη Norte Energia, την εταιρεία που κατασκεύασε και διαχειρίζεται το έργο, να παρέχει πόσιμο νερό σε κοινότητες των οποίων οι φυσικές πηγές έχουν στερέψει. Σύμφωνα με τοπικούς εκπροσώπους, σήμερα διανέμονται δοχεία 20 λίτρων κάθε 15 ημέρες, αν και δεν έχουν καταγραφεί όλες οι οικογένειες. Η πιο κρίσιμη απόφαση αφορά την εντολή επανεξέτασης της εκτροπής 70%–80% της φυσικής ροής του ποταμού Xingu, ποσοστό που χρησιμοποιείται για την τροφοδότηση των τουρμπινών. Η Norte Energia προειδοποιεί ότι τυχόν αλλαγές μπορεί να μειώσουν την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Κατά μήκος ενός τμήματος περίπου 130 χιλιομέτρων του ποταμού ζουν περισσότερες από 20 αυτόχθονες και παραποτάμιες κοινότητες, με τους Juruna να βρίσκονται ανάμεσα στους πλέον πληττόμενους. Για τους ίδιους, ο ποταμός δεν είναι απλώς πηγή ζωής, αλλά κομμάτι της ταυτότητάς τους, «έχουμε κανό αντί για πόδια», λένε χαρακτηριστικά. Από τη στιγμή που το φράγμα τέθηκε σε λειτουργία, η καθημερινότητά τους άλλαξε δραματικά. Καταγράφηκαν μαζικοί θάνατοι ψαριών, η πλοήγηση στον ποταμό έγινε ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ η πρόσβαση σε σχολεία και υπηρεσίες υγείας περιορίστηκε σημαντικά. Παράλληλα, η παραδοσιακή διατροφή, βασισμένη στο ψάρι, αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από επεξεργασμένα τρόφιμα, προκαλώντας βαθιές κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις στις κοινότητες.

Παρακολούθηση και επιστημονικά δεδομένα

Από το 2013, οι ίδιες οι κοινότητες πήραν την πρωτοβουλία να οργανωθούν, δημιουργώντας την ομάδα παρακολούθησης MATI. Σε συνεργασία με πανεπιστημιακά ιδρύματα και το Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας του Αμαζονίου, κατέγραψαν συστηματικά στοιχεία για τα επίπεδα των υδάτων, τους υδροφόρους ορίζοντες και τις περιοχές αναπαραγωγής των ψαριών. Τα δεδομένα αυτά δεν έμειναν «στα συρτάρια». Αποτέλεσαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό στις δικαστικές προσφυγές, ενισχύοντας το επιχείρημα ότι οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις του έργου είχαν υποτιμηθεί σε βάθος χρόνου. Παρότι το Belo Monte είναι το δεύτερο μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό έργο της Βραζιλίας, πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ποταμού Xingu και της ολοένα εντεινόμενης ξηρασίας, το φράγμα σπάνια λειτουργεί στο μέγιστο της δυναμικότητάς του.

Από την πλευρά της, η Norte Energia προειδοποιεί ότι ένας περιορισμός στην εκτροπή των υδάτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και σε μεγαλύτερη εξάρτηση από θερμικές μονάδες, με συνεπακόλουθες αυξημένες εκπομπές άνθρακα. Ωστόσο, ειδικοί και περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι το ζητούμενο δεν είναι το κλείσιμο του φράγματος, αλλά η επανεξέταση της άδειας λειτουργίας του υπό αυστηρότερους όρους προστασίας ανθρώπων και οικοσυστημάτων.

Όπως τονίζουν χαρακτηριστικά, το Belo Monte λειτουργεί πλέον ως ένα ηχηρό μάθημα: η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από την ποσότητα της «πράσινης» ενέργειας που παράγεται, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, λειτουργούν και, όταν χρειάζεται, διορθώνονται οι μεγάλες υποδομές σε μια εποχή κλιματικής κρίσης.

Διαβάστε ακόμη