Οι μπαταρίες μπαίνουν δυναμικά στο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα και αρχίζουν ήδη να κάνουν αυτό για το οποίο σχεδιάστηκαν: να περιορίζουν τις αιχμές τιμών, να μετατοπίζουν φθηνή ανανεώσιμη ενέργεια στις ώρες αιχμής και να υποκαθιστούν μονάδες φυσικού αερίου. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της έκθεσης European Electricity Review 2026 της Ember και της δημόσιας συζήτησης που ακολούθησε την παρουσίασή της. Ταυτόχρονα όμως, όπως προειδοποίησαν αναλυτές και εκπρόσωποι της αγοράς, η αποθήκευση κινδυνεύει να μπλοκάρει από κανονιστικά, θεσμικά και λειτουργικά εμπόδια. Και αν αυτό συμβεί, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να χαθεί το κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας για να αλλάξει ουσιαστικά ο ρόλος του φυσικού αερίου στη διαμόρφωση των τιμών ρεύματος στην Ευρώπη.
Η Beatrice Petrovich, Ενεργειακή αναλύτρια της Ember, παρουσίασε τα βασικά ευρήματα της έκθεσης, υπογραμμίζοντας ότι οι αυξήσεις στις χονδρικές τιμές ρεύματος το 2025 σε 21 κράτη‑μέλη συνδέονται πρωτίστως με αιχμές κατά τις λεγόμενες «gas hours», δηλαδή τις πρωινές και βραδινές ώρες όπου το σύστημα βασίζεται σε μονάδες φυσικού αερίου. Όπως ανέφερε, «κατά τις ώρες υψηλής χρήσης αερίου οι τιμές ήταν κατά μέσο όρο 11% υψηλότερες σε σχέση με το 2024, ενώ στις ώρες άφθονης καθαρής ενέργειας αυξήθηκαν μόλις κατά 3%». Η ίδια τόνισε ότι η αποθήκευση μπορεί να περιορίσει αυτές τις αιχμές τιμών μεταφέροντας φθηνή ηλιακή και αιολική παραγωγή στις ώρες αιχμής, υποκαθιστώντας την ακριβή παραγωγή από αέριο.
Στον ευρωπαϊκό χάρτη της αποθήκευσης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου η λειτουργούσα ισχύς μπαταριών παραμένει εξαιρετικά χαμηλή σε σχέση με το εγκατεστημένο δυναμικό ΑΠΕ, παρότι διαθέτει ήδη ένα ισχυρό pipeline έργων αποθήκευσης. Όπως επισημαίνει η Ember, το χάσμα αυτό σημαίνει ότι οι μπαταρίες δεν έχουν ακόμη τη δυνατότητα να διαδραματίσουν στην ελληνική αγορά τον ρόλο που αρχίζουν να παίζουν σε πιο ώριμες αγορές, δηλαδή τον περιορισμό των αιχμών τιμών στις λεγόμενες “gas hours” και τη μεταφορά φθηνής ανανεώσιμης ενέργειας στις ώρες αιχμής.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη το προφίλ της ελληνικής αγοράς, καθώς περισσότερο από το 20% της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής καλύφθηκε πέρυσι από φωτοβολταϊκά, με το μερίδιό τους να ανέρχεται στο 22%, την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χαμηλότερα μόνο από την Ουγγαρία με 28% και την Κύπρο με 25%. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται έτσι μεταξύ των πιο «ηλιακών» αγορών της Ευρώπης, με ταχεία διείσδυση μεταβλητής παραγωγής και αντίστοιχα αυξανόμενες ανάγκες ευελιξίας, τις οποίες σήμερα καλείται να καλύψει σχεδόν αποκλειστικά με μονάδες φυσικού αερίου.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο χρονισμού και θεσμικής ετοιμότητας που περιγράφει η Ember για αγορές με χαμηλή λειτουργούσα αποθήκευση, εντάσσεται σήμερα και η ελληνική περίπτωση στην πράξη. Το βλέμμα είναι πλέον στραμμένο στις αρχές Μαρτίου, αφού τότε τοποθετείται το επικρατέστερο σενάριο για τη δοκιμαστική ηλέκτριση των πρώτων έργων αποθήκευσης στη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι θα κλείσουν χωρίς νέες εμπλοκές οι ρυθμιστικές και θεσμικές εκκρεμότητες που παραμένουν ανοιχτές. Ο Φεβρουάριος αναμένεται να αποτελέσει τον μήνα που θα κλείσει το «γραφειοκρατικό σκέλος». Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις κρίσιμες εκκρεμότητες: το νομοθετικό κενό που δεν επιτρέπει ακόμη την εγγραφή των σταθμών αποθήκευσης στα μητρώα των ΦοΣΕ, η έκδοση από τη ΡΑΑΕΥ του κανονισμού της αγοράς εξισορρόπησης και των σχετικών τεχνικών αποφάσεων του ΑΔΜΗΕ, καθώς και η έγκριση της σύμβασης λειτουργικής ενίσχυσης, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υποβληθεί αίτημα ηλέκτρισης.
Ήδη 7–8 έργα από τον πρώτο και τον δεύτερο διαγωνισμό βρίσκονται σε αναμονή σύνδεσης, με τις καθυστερήσεις να μεταφράζονται σε πραγματικές ζημιές για τους επενδυτές λόγω φθοράς του εξοπλισμού, απώλειας προβλεπόμενων εσόδων και ενεργοποίησης δανειακών υποχρεώσεων που πρέπει πλέον να καλυφθούν με ίδια κεφάλαια. Εφόσον ολοκληρωθούν εγκαίρως οι απαιτούμενες ρυθμιστικές πράξεις, τα έργα θα μπορούν να συμμετέχουν δοκιμαστικά στην Αγορά Επόμενης Ημέρας από τις αρχές Μαρτίου, ενώ η μετάβασή τους σε καθεστώς κανονικής λειτουργίας και στη συνέχεια στην αγορά εξισορρόπησης εκτιμάται ότι θα γίνει εντός 2–3 μηνών, μέσω της έκδοσης άδειας λειτουργίας από τον ΔΑΠΕΕΠ, με τον ΑΔΜΗΕ να εμφανίζεται τεχνικά και κανονιστικά έτοιμος να προχωρήσει στα επόμενα βήματα.
Τα μεγέθη δείχνουν ότι η αγορά μπαταριών έχει ήδη μπει σε φάση εκτόξευσης. Το 2025 η λειτουργούσα ισχύς μεγάλων μπαταριών στην ΕΕ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 10 GW, υπερδιπλασιάζοντας το επίπεδο του 2023. Παράλληλα, το pipeline έργων αποθήκευσης εκτινάχθηκε, με δεκάδες γιγαβάτ σε φάση κατασκευής, αδειοδότησης ή ανακοίνωσης. «Οι μπαταρίες δεν είναι πλέον μια τεχνολογία του μέλλοντος, αλλά ένα εργαλείο άμεσης παρέμβασης στις τιμές και στην ασφάλεια του συστήματος», ήταν το σαφές μήνυμα της Ember. Το παράδειγμα της Ιταλίας παρουσιάστηκε ως πρόγευση του τι μπορεί να ακολουθήσει και αλλού. Τον Σεπτέμβριο του 2025 οι μπαταρίες κάλυψαν κατά μέσο όρο το 3% της ζήτησης στις ώρες αιχμής αερίου. «Αν το ιταλικό pipeline υλοποιηθεί, η χώρα θα μπορούσε να ακολουθήσει μια πορεία παρόμοια με της Καλιφόρνιας, όπου μέσα σε τέσσερα χρόνια οι μπαταρίες έφτασαν να καλύπτουν περίπου το 22% της βραδινής αιχμής», ανέφερε η Petrovich.
Το μήνυμα ότι οι μπαταρίες “δουλεύουν” ήδη στην πράξη ενισχύθηκε από τις παρεμβάσεις των αναλυτών. Εκπρόσωπος της βιομηχανίας αποθήκευσης, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Μέχρι το 2030 ο ευρωπαϊκός στόλος αποθήκευσης θα έχει αυξηθεί οκταπλάσια. Θα έχουμε περισσότερα μεγάλης κλίμακας συστήματα αποθήκευσης στο δίκτυο από ό,τι πυρηνικά εργοστάσια».
Και πρόσθεσε το πιο αιχμηρό πολιτικό επιχείρημα: «Ξοδέψαμε 32 δισ. ευρώ για εισαγωγές φυσικού αερίου μόνο για ηλεκτροπαραγωγή, την ώρα που ο ήλιος και ο άνεμος παράγουν δωρεάν και μπορούμε με μπαταρίες να μεταφέρουμε αυτή την ενέργεια στις ώρες που σήμερα καίμε αέριο».
Τα πέντε κενά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ember ανέδειξε πέντε συγκεκριμένα κενά που κρατούν ακόμη “κλειδωμένη” την αγορά μπαταριών. Το πρώτο κενό είναι η ίδια η κατανόηση και θεσμική αποτύπωση της ανάγκης για ευελιξία. Ο Lars τόνισε ότι μέσα στο έτος οι εθνικοί ρυθμιστές και τα κράτη‑μέλη θα πρέπει να δημοσιεύσουν τις αξιολογήσεις αναγκών ευελιξίας και να θέσουν ενδεικτικούς στόχους. «Δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο πόση ισχύ χρειαζόμαστε. Πρέπει να καταλάβουμε πόση ευελιξία χρειάζεται το σύστημα και ποια είναι τα οφέλη της», είπε, προσθέτοντας ότι η έκθεση της Ember «έδειξε ξεκάθαρα πώς η αποθήκευση μπορεί να μειώσει τις τιμές μεταφέροντας φθηνή ανανεώσιμη ενέργεια στις ώρες ανάγκης».
Το δεύτερο κενό αφορά τη στρατηγική για την ευελιξία. Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έκθεσης, το έθεσε ευθέως: παρότι η ΕΕ διαθέτει ήδη ένα εκτενές “πακέτο” πολιτικών για ΑΠΕ, δίκτυα και αγορά ηλεκτρισμού, λείπει μια συγκεκριμένη και συνεκτική στρατηγική για την ευελιξία που να «δένει» όλα αυτά μεταξύ τους. «Χωρίς ευελιξία το σύστημα δεν μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της μετάβασης», είπε, προσθέτοντας ότι η αποθήκευση «κάνει ήδη αυτό που της υποσχέθηκαν υποκαθιστά αέριο και στηρίζει την ενσωμάτωση των ΑΠΕ», αλλά χωρίς ένα Battery Storage Action Plan το σύστημα κινδυνεύει να «κολλήσει».
Το τρίτο κενό αφορά τα ίδια τα δίκτυα. Αναλυτές τόνισαν ότι δεν αρκεί να κατασκευαστούν περισσότερες γραμμές μεταφοράς. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο να χτίσουμε νέα δίκτυα, αλλά και να χρησιμοποιούμε πιο “έξυπνα” αυτά που ήδη υπάρχουν, μέσα από αποθήκευση, διαχείριση ζήτησης και ψηφιοποίηση», ανέφερε. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Elmo από την πλευρά των διαχειριστών: «Το δίκτυο θα παραμείνει σπάνιος πόρος. Δεν μπορούμε να έχουμε ένα “χάλκινο πιάτο” όπου όλοι συνδέονται ελεύθερα. Το κόστος των δικτύων μπορεί να διπλασιαστεί ή και να τετραπλασιαστεί, ακυρώνοντας τα οφέλη των φθηνών ΑΠΕ».
Το τέταρτο κενό είναι καθαρά κανονιστικό. H αγορά μίλησε ανοιχτά για αδειοδοτήσεις, κανόνες πυρασφάλειας, θόρυβο, κορεσμό δικτύων και αβεβαιότητα στους όρους σύνδεσης. Περιέγραψε περιπτώσεις όπου τα ευέλικτα συμβόλαια σύνδεσης χρησιμοποιούνται για να ξεκλειδώσουν χωρητικότητα και άλλες όπου «χρησιμοποιούνται για να μπλοκάρουν την αποθήκευση». Προειδοποίησε επίσης για τις νέες απαιτήσεις γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια, την κυβερνοασφάλεια και το «ευρωπαϊκό περιεχόμενο» στις μπαταρίες, λέγοντας ότι χωρίς ενιαίο πλαίσιο κινδυνεύουν να αυξήσουν το κόστος και να φρενάρουν τις επενδύσεις.
Το πέμπτο κενό αφορά την έλλειψη εναρμόνισης κανόνων και τεχνικών προτύπων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι αναλυτές ήταν κατηγορηματικοί ως προς το μέγεθος του προβλήματος, σημειώνοντας ότι «δεν γίνεται να υπάρχουν 27 διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα και τεχνικές απαιτήσεις». Όπως τόνισε, χωρίς κοινά standards και εναρμονισμένους κανόνες, δεν μπορεί να αναπτυχθεί ένα διαλειτουργικό και πραγματικά «έξυπνο» ηλεκτρικό σύστημα, ικανό να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες της αποθήκευσης και της ψηφιοποίησης.
Διαβάστε ακόμη
