Χωρίς αμφιβολία, ο χώρος των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) έχει μπει εδώ και αρκετό καιρό σε φάση ωρίμανσης, με αρκετά έργα να έχουν συνδεθεί και πολλά άλλα να περιμένουν στην «ουρά» για να μπουν στο δίκτυο. Το τοπίο στην αγορά έχει βελτιωθεί θεσμικά, χωρίς ωστόσο να μην υπάρχουν εμπόδια προς επίλυση, ενώ έχουν κάνει την εμφάνισή τους και νέα ζητήματα, όπως οι περικοπές.
Απαντώντας σε μια σειρά ερωτημάτων, πηγές από τον τραπεζικό τομέα εκτιμούν πως μέσα στα επόμενα χρόνια θα δούμε κινήσεις εξαγορών υφιστάμενων έργων. Πρόκειται για μια εξέλιξη η οποία ήδη έχει επιβεβαιωθεί και στην οποία συνέβαλαν μια σειρά από αβεβαιότητες, όπως οι περικοπές. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αυτή τη στιγμή ένα ώριμο έργο, πέραν των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων, πρέπει να θεωρείται εκείνο που έχει εξασφαλισμένες χρηματοροές. Κάτι που σε γενικές γραμμές ίσχυε για τα έργα που προχώρησαν μέχρι σήμερα, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν προκύψει νέες προκλήσεις για την αγορά, όπως το ερώτημα της ζήτησης και το πόσο αυτή θα αυξηθεί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχει αλλάξει ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης παλαιών και νέων έργων (IRR), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ρίσκο που αναλαμβάνουν πλέον οι επενδυτές σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα μοντέλα πρόβλεψης διαφοροποιούνται όταν πρόκειται για έργα με υπογεγραμμένες συμβάσεις PPA. Ένα έργο με σύμβαση PPA, για να είναι επικερδές, πρέπει να έχει εύλογα κόστη σε σχέση με τη δημιουργία των υποδομών – «πρέπει η άσκηση του cash flow να βγαίνει», τονίζουν χαρακτηριστικά οι ίδιες πηγές. Επομένως, η πολυπλοκότητα αυξάνεται, με αποτέλεσμα και οι τράπεζες να ζητούν περισσότερες εγγυήσεις για τέτοιου είδους έργα.
Εκτός των άλλων, πρόσφατα στο energygame.gr είχε αναφερθεί ότι τα έργα ΑΠΕ που συνδέονται με βιομηχανικά PPAs αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσκολίες. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, από τον Αύγουστο του 2024 έως και σήμερα, έργα ΑΠΕ που προορίζονται για αυτόν τον σκοπό δεν έχουν λάβει όρους σύνδεσης, γεγονός που δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας. Αντίστοιχη αβεβαιότητα προκαλεί και το ζήτημα των αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, με αποτέλεσμα να επικρατεί η τάση επιλογής διμερών συμβάσεων μικρότερης διάρκειας.
Στο ζήτημα των περικοπών, το οποίο φαίνεται να μεγεθύνεται χρόνο με τον χρόνο στη χώρα μας, πηγές της αγοράς εκτιμούν πως δεν θα διαφοροποιήσει ουσιαστικά τα δεδομένα και ότι μόνο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό έργων ενδεχομένως θα απαιτηθεί αναχρηματοδότηση. Εκεί όπου τα δεδομένα είναι διαφορετικά και οι τράπεζες αναμένουν με ενδιαφέρον τις θεσμικές αλλαγές είναι ο τομέας της αποθήκευσης, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει το πλαίσιο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιούνται οι πληρωμές. Στο παρελθόν, πάντως, έχει διατυπωθεί η εκτίμηση ότι ο μεγάλος όγκος των έργων αποθήκευσης στην Ελλάδα θα υλοποιηθεί με τραπεζική χρηματοδότηση.
Σε πρόσφατο σημείωμά της, η Grant Thornton ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι: «Παρά την αναγκαιότητα των συστημάτων αποθήκευσης και το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, τα merchant BESS θα αντιμετωπίσουν σημαντικές προκλήσεις ως προς την οικονομική βιωσιμότητά τους. Ο κανιβαλισμός των spreads, τα μονοδιάστατα μοντέλα εσόδων που βασίζονται αποκλειστικά στο arbitrage, καθώς και η ασάφεια σχετικά με τον τρόπο συμμετοχής στις αγορές επικουρικών υπηρεσιών και τις ακριβείς υπηρεσίες που θα προσφέρονται, καθιστούν την υβριδοποίηση των έργων ΑΠΕ πρακτικά μονόδρομο».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται ως κρίσιμη όσον αφορά το σκέλος της αποθήκευσης, καθώς περίπου 150 MW έργων μπαταριών έχουν ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα και αναμένεται να ηλεκτριστούν έως την άνοιξη του 2026.
Διαβάστε ακόμη
