Σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από τις ανθρωπογενείς αλλαγές της ατμόσφαιρας, δύο τάσεις ξεχωρίζουν καθαρά. Από τη μία, η αύξηση της συχνότητας και της έντασης ακραίων καιρικών φαινομένων – αποτέλεσμα της ανόδου της θερμοκρασίας και των μεταβαλλόμενων προτύπων υγρασίας και βροχοπτώσεων. Από την άλλη, η εκρηκτική ανάπτυξη της παραγόμενης ενέργειας από φωτοβολταϊκά, η οποία το 2024 έφτασε τα 2 τεραβάτ εγκατεστημένης ισχύος σε έξι ηπείρους και οδεύει προς τα 8 τεραβάτ έως το 2030, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA).

Η συνύπαρξη αυτών των δύο τάσεων δημιουργεί ένα νέο πεδίο προκλήσεων. Η περαιτέρω ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον μόνο από το κόστος και την απόδοση των πάνελ, αλλά και από την ικανότητά τους να αντέχουν -και να ανακάμπτουν γρήγορα- από ολοένα και πιο σύνθετες κλιματικές απειλές. Παραδοσιακά, τα φωτοβολταϊκά αντιμετωπίζονταν ως ένα «ενιαίο προϊόν», με περιορισμένη προσαρμογή στις τοπικές καιρικές συνθήκες. Όμως, καθώς εγκαθίστανται πλέον σχεδόν σε όλες τις κλιματικές ζώνες, η βελτιστοποίηση του σχεδιασμού με βάση τις τοπικές απειλές γίνεται κρίσιμη.

Η έκθεση του IEA εξετάζει αναλυτικά πώς τα μεταβαλλόμενα καιρικά πρότυπα επηρεάζουν την αξιοπιστία και την απόδοση των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Εστιάζει σε ακραία φαινόμενα με τη μεγαλύτερη σημασία για τα ηλιακά πάρκα: τροπικούς κυκλώνες, καταιγίδες με χαλάζι, χιονοθύελλες, αμμοθύελλες, καύσωνες, πλημμύρες και δασικές πυρκαγιές. Για κάθε κατηγορία, προτείνονται βέλτιστες πρακτικές σχεδιασμού, προμήθειας εξοπλισμού, μετριασμού κινδύνων και διαχείρισης μετά το συμβάν.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διάκριση μεταξύ καταστροφικών ζημιών -όπως η πλήρης καταστροφή πάνελ ή βάσεων- και «υποκαταστροφικών» βλαβών, που δεν είναι ορατές με γυμνό μάτι αλλά υποβαθμίζουν σταδιακά την απόδοση. Τέτοιες βλάβες, αν δεν διαγνωστούν έγκαιρα με εξειδικευμένες μεθόδους, μπορούν να οδηγήσουν σε πρόωρη γήρανση των υλικών.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: τα περισσότερα φωτοβολταϊκά πάρκα μπορούν να αντέξουν τα περισσότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, εφόσον έχουν χωροθετηθεί, σχεδιαστεί και συντηρηθεί σωστά. Η ανθεκτικότητα ξεκινά από την αξιολόγηση κινδύνου στη φάση του σχεδιασμού και συνεχίζεται με κατάλληλες επιλογές υλικών, ανεξάρτητους τεχνικούς ελέγχους και ισχυρά πρωτόκολλα λειτουργίας και συντήρησης.

Σε μια εποχή κλιματικής αβεβαιότητας, η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα φωτοβολταϊκά εγκαθίστανται, αλλά και από το πόσο ανθεκτικά αποδεικνύονται απέναντι στα ακραία φαινόμενα του μέλλοντος.

Διαβάστε ακόμη