Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής για την παγκόσμια αγορά υδρογόνου, καθώς ο κλάδος περνά από τη φάση των μεγάλων προσδοκιών στη δύσκολη «πίστα» της οικονομικής βιωσιμότητας. Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Wood Mackenzie, το φετινό έτος θα είναι ένα πραγματικό «έτος απολογισμού» για το υδρογόνο, κατά το οποίο θα ξεκαθαρίσει ποια έργα μπορούν να σταθούν στην αγορά και ποια στηρίζονται αποκλειστικά σε πολιτικές φιλοδοξίες. Η έκθεση με τίτλο «Hydrogen: 5 things to look for in 2026» περιγράφει ένα σκηνικό έντονων ανακατατάξεων, στο οποίο, μετά την αισιοδοξία του 2024 και τις πιο προσγειωμένες φιλοδοξίες του 2025, το 2026 αναμένεται να σηματοδοτήσει μια περίοδο «ξεκαθαρίσματος», οδηγώντας σε ουσιαστική επανεκτίμηση των παραγόντων που διαμορφώνουν την πορεία των έργων υδρογόνου.

Όπως σημειώνει ο Murray Douglas, αντιπρόεδρος Έρευνας Υδρογόνου και Παραγώγων της Wood Mackenzie, «τα έργα προχωρούν μόνο όταν υπάρχει σαφής ευθυγράμμιση μεταξύ πολιτικής στήριξης και συμφωνιών απορρόφησης της παραγωγής. Εκεί όπου ένα από τα δύο λείπει, τα έργα παγώνουν». Κατά την εκτίμησή του, το 2026 θα ξεχωρίσει τις πραγματικά βιώσιμες αγορές υδρογόνου από εκείνες που βασίστηκαν αποκλειστικά σε κανονιστικές φιλοδοξίες.

Μία από τις βασικές προβλέψεις της Wood Mackenzie αφορά την Ευρώπη, όπου αναμένεται ότι τουλάχιστον τρία μεγάλης κλίμακας έργα υδρογόνου που θα προμηθεύουν Ευρωπαίους αγοραστές θα λάβουν τελική επενδυτική απόφαση (FID) εντός του 2026. Τα έργα αυτά θα βασίζονται σε Ανανεώσιμα Καύσιμα Μη Βιολογικής Προέλευσης (RFNBO) και η συνολική δυναμικότητά τους εκτιμάται ότι θα ξεπερνά τους 50 χιλιάδες τόνους ετησίως (50 ktpa), σύμφωνα με δημοσίευμα στο pv magazine. Παρότι οι αυστηροί κανόνες RFNBO της ΕΕ έχουν δεχθεί έντονη κριτική –καθώς αυξάνουν το κόστος παραγωγής κατά περίπου $1–$2 ανά κιλό υδρογόνου– η δημοσίευση του Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμού για τα Καύσιμα Χαμηλών Εκπομπών Άνθρακα τον Νοέμβριο του 2025 προσέφερε σαφήνεια στους παραγωγούς υδρογόνου που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο RFNBO. Η Wood Mackenzie εκτιμά ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε μεταστροφή του επενδυτικού κλίματος, επιταχύνοντας την πολιτική στήριξη προς το υδρογόνο χαμηλών εκπομπών άνθρακα, είτε μέσω διεύρυνσης των επιλέξιμων χρηματοδοτήσεων είτε μέσω νέων μηχανισμών στήριξης. Το αποτέλεσμα αναμένεται να είναι περισσότερες συμφωνίες απορρόφησης παραγωγής, ταχύτερη ωρίμανση έργων και αύξηση των κονδυλίων που τελικά δεσμεύονται.

Υποχώρηση των ευρωπαϊκών υποχρεωτικών στόχων

Στον αντίποδα, η έκθεση προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα εγκαταλείψουν τον στόχο για 42% συμμετοχή του ανανεώσιμου υδρογόνου έως το 2030, όπως προβλέπεται από την Οδηγία RED III. Μέχρι τα τέλη του 2025, μόλις τρία κράτη-μέλη είχαν θεσπίσει σχετικές ποσοστώσεις, ενώ η Γερμανία, ο μεγαλύτερος καταναλωτής υδρογόνου στην Ευρώπη, ξεκαθάρισε ότι δεν θα επιβάλει δεσμευτικές υποχρεώσεις στη βιομηχανία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη Wood Mackenzie, θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα: είτε να επιδιώξει συμμόρφωση μέσω νομικών διαδικασιών είτε να αποδεχθεί την υπαναχώρηση των κρατών-μελών. Η εμπειρία δείχνει ότι το δεύτερο σενάριο είναι πιθανότερο, γεγονός που θα αναγκάσει τους developers πράσινου υδρογόνου να επανεξετάσουν την οικονομική βιωσιμότητα έργων που στοχεύουν σε βιομηχανική χρήση.

Σημαντικές ανακατατάξεις προβλέπονται και στη Μέση Ανατολή, όπου η Wood Mackenzie εκτιμά ότι τουλάχιστον τρία μεγάλης κλίμακας έργα υδρογόνου θα ακυρωθούν ή θα περιοριστούν δραστικά εντός του 2026. Η αιτία εντοπίζεται στον έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα των έργων της περιοχής, τα οποία έχουν επηρεαστεί από τις καθυστερήσεις πολιτικών αποφάσεων τόσο στην Ευρώπη –όπως η εφαρμογή της RED III– όσο και στη Νοτιοανατολική Ασία.

Παρά τις δυσκολίες, το 2026 αναμένεται να σηματοδοτήσει πρόοδο σε έναν άλλο κρίσιμο τομέα: τους βιομηχανικής κλίμακας crackers αμμωνίας (βιομηχανικές μονάδες που «σπάνε» την αμμωνία για να παράγουν υδρογόνο). Η Wood Mackenzie προβλέπει ότι τουλάχιστον τρία έργα αυτού του τύπου, τα οποία θα εξυπηρετούν τη χαλυβουργία, τα διυλιστήρια και εφαρμογές υψηλής θερμοκρασίας, θα φτάσουν σε τελική επενδυτική απόφαση. Δύο εξ αυτών αναμένεται να υλοποιηθούν στη Βορειοδυτική Ευρώπη και ένα στη Βορειοανατολική Ασία, με συνολικές επενδύσεις περίπου $600 εκατ.

Διαβάστε ακόμη