Με μια ευθεία προειδοποίηση ότι «η πράσινη ενέργεια δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά πράσινη αν δεν κλείνει ο κύκλος των αποβλήτων της», ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, μιλώντας στο expert talk της BayWa r.e. Solar Academy, έθεσε στο επίκεντρο της συζήτησης το πιο υποτιμημένο –αλλά ολοένα και πιο πιεστικό– ζήτημα της ελληνικής αγοράς φωτοβολταϊκών: την ανακύκλωση των πάνελ στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Όπως επισήμανε, όσο η χώρα προσθέτει κάθε χρόνο νέα γιγαβάτ ηλιακής ισχύος, τόσο διογκώνεται ένα πρόβλημα που μέχρι σήμερα παραμένει θεσμικά άλυτο και χρηματοδοτικά μετέωρο.

Ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος υπενθύμισε ότι κάθε φωτοβολταϊκό πάνελ έχει συγκεκριμένο κύκλο ζωής, ο οποίος κατά κανόνα τοποθετείται στα 25 με 30 χρόνια, όπως αναφέρουν οι κατασκευαστές και διάφορες μελέτες. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις η απόσυρση μπορεί να έρθει νωρίτερα, είτε λόγω repowering, είτε εξαιτίας φυσικών καταστροφών είτε για άλλους λόγους. Με δεδομένη τη ραγδαία αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος και τα νέα έργα που υλοποιούνται, τόνισε ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει πρόβλεψη για το πώς θα καλυφθούν οι σημερινές αλλά και οι μελλοντικές ανάγκες ανακύκλωσης.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, από τη γενικευμένη στασιμότητα που επικρατεί στο πεδίο της ανακύκλωσης φωτοβολταϊκών. Το τοπίο παραμένει θολό, με βασικές εκκρεμότητες τόσο ως προς το ύψος της εισφοράς όσο και ως προς το ποιος είναι τελικά ο υπόχρεος για την καταβολή της – ο εισαγωγέας του εξοπλισμού ή ο κάτοχος του φωτοβολταϊκού πάρκου. Παράλληλα, ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της διαχείρισης των λεγόμενων «ιστορικών αποβλήτων», δηλαδή των πάνελ που εγκαταστάθηκαν τα προηγούμενα χρόνια χωρίς να έχει προβλεφθεί αντίστοιχη χρηματοδότηση για την ανακύκλωσή τους.

Στο επίκεντρο των αδυναμιών βρίσκεται και η καταγραφή των υπόχρεων παραγωγών, μαζί με την ιχνηλασιμότητα του εξοπλισμού. «Θεωρητικά, κάθε εισαγωγέας ή κατασκευαστής φωτοβολταϊκών πλαισίων οφείλει να είναι εγγεγραμμένος στο Εθνικό Μητρώο Παραγωγών (ΕΜΠΑ). Στην πράξη, όμως, το Μητρώο παραμένει ελλιπές, με αποτέλεσμα πολλοί εισαγωγείς να μένουν «αόρατοι» και να μην αποδίδουν τις εισφορές που τους αναλογούν», σημειώνουν πηγές. Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει ήδη θεσπίσει το εργαλείο του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλήρη ιχνηλασιμότητα: από την εισαγωγή του πάνελ μέχρι την τελική του διάθεση. Παράλληλα, οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν τα στοιχεία για τους κωδικούς προϊόντων που αντιστοιχούν σε φωτοβολταϊκά, ωστόσο μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει αξιοποιήσει αυτά τα δεδομένα για να εντοπιστούν οι πραγματικοί υπόχρεοι. Το αποτέλεσμα είναι ένα κενό εποπτείας που υπονομεύει την ίδια τη βιωσιμότητα του συστήματος ανακύκλωσης.

Για αυτά τα κρίσιμα κενά μίλησε ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, εστιάζοντας πρωτίστως στο ζήτημα των λεγόμενων «ιστορικών αποβλήτων». Όπως ανέφερε, πρόκειται για φωτοβολταϊκά πλαίσια που έχουν ήδη εγκατασταθεί χωρίς να έχει προβλεφθεί αντίστοιχη χρηματοδότηση για την ανακύκλωσή τους, δημιουργώντας σήμερα ένα συσσωρευμένο πρόβλημα για το σύστημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Υπουργείο έχει δώσει τη δυνατότητα το σχετικό κόστος να μεταφερθεί απευθείας στους κατόχους των συγκεκριμένων φωτοβολταϊκών, ώστε να μπορεί να καλυφθεί αυτή η ανάγκη.

Παράλληλα, σημείωσε ότι οι εγκρίσεις που έχουν δοθεί από τον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης αφορούν την περίοδο από το 2020 και μετά, ενώ στον κλάδο έχει ανοίξει συζήτηση για το αν το σημείο αναφοράς θα έπρεπε να είναι προγενέστερο, με αναφορές ακόμη και στο 2012, βάσει σχετικών ευρωπαϊκών αποφάσεων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά τα παλαιά έργα, καθώς η ευρωπαϊκή Οδηγία που ισχύει από το 2012 ξεκαθαρίζει ότι υπεύθυνοι για την καταβολή του τέλους ανακύκλωσης δεν είναι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά οι εταιρείες που εισήγαγαν τον φωτοβολταϊκό εξοπλισμό στην Ελλάδα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ελάχιστοι κατέβαλαν το σχετικό τέλος, καθώς η πλειονότητα των πάνελ που εγκαταστάθηκαν στη χώρα εισήχθησαν από την Κίνα μέσω άλλων χωρών της ΕΕ, χωρίς να περνούν από τα ελληνικά τελωνεία και συνεπώς χωρίς να καταγράφονται. Να σημειωθεί πως οι πληροφορίες λένε πως μέχρι το 2023 έχουν ανακυκλωθεί μόλις 36 τόνοι φωτοβολταϊκών πάνελ.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος στάθηκε αναλυτικά στην έννοια της «διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού», όπως αυτή ορίζεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία και έχει μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο. Όπως εξήγησε, υπόχρεος για τη σωστή διαχείριση ενός προϊόντος στο τέλος του κύκλου ζωής του είναι εκείνος που το τοποθετεί πρώτος στην αγορά μιας χώρας, είτε ως εισαγωγέας είτε ως κατασκευαστής, ανεξαρτήτως του αν το προϊόν διατίθεται μέσω πώλησης, ενοικίασης ή δωρεάς. Η υποχρέωση αυτή, όπως ανέφερε, «ακολουθεί το προϊόν», γεγονός που σημαίνει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στην αλυσίδα φέρουν μερίδιο ευθύνης για τη διαχείρισή του.

Δίνοντας μια ενδεικτική εικόνα του μεγέθους του προβλήματος, ανέφερε ότι η εγκατεστημένη ισχύς στη χώρα κινείται σήμερα στα 12 με 13 GW. Με βάση πρόχειρους υπολογισμούς, όπως είπε, το συνολικό ποσό που θα πρέπει κάποια στιγμή να καταβληθεί για την ανακύκλωση των φωτοβολταϊκών πλαισίων ξεπερνά τα 150 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η εισφορά ανακύκλωσης δεν ταυτίζεται με το πραγματικό κόστος της ίδιας της ανακύκλωσης, καθώς περιλαμβάνει και έξοδα συλλογής και μεταφοράς, τα οποία διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με την τοποθεσία και τα χαρακτηριστικά των έργων.

Αναφερόμενος στο θεσμικό πλαίσιο που ισχύει σήμερα, ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος σημείωσε ότι ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης έχει ουσιαστικά «παγώσει» την αγορά, ορίζοντας προσωρινά εισφορά ανακύκλωσης ύψους 300 ευρώ ανά τόνο, μέχρι να ολοκληρωθεί ανεξάρτητη μελέτη που θα καθορίσει την ελάχιστη απαιτούμενη εισφορά. Όπως επισήμανε, δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της μελέτης αυτής, με τις εκτιμήσεις να τοποθετούν την έκδοση της σχετικής απόφασης στο νέο έτος, πιθανότατα εντός του πρώτου τριμήνου. Μέχρι τότε, όπως κατέληξε, η αγορά παραμένει σε αναμονή, γεγονός που καθυστερεί αποφάσεις και επιτείνει το πρόβλημα της διαχείρισης των φωτοβολταϊκών αποβλήτων.

Τέλος, επανήλθε στο ζήτημα της χρηματοδότησης της ανακύκλωσης, το οποίο χαρακτήρισε ως το βασικό κενό που εξακολουθεί να υφίσταται. Όπως σημείωσε, πρόκειται για ένα πρόβλημα γνωστό εδώ και χρόνια στον κλάδο, που μέχρι σήμερα δεν έχει κλείσει. Παρά τις δυσκολίες, υπογράμμισε ότι έχουν γίνει βήματα, καθώς στη χώρα έχουν δημιουργηθεί τρεις εξειδικευμένες μονάδες με τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη διαχείριση φωτοβολταϊκών πλαισίων. Η εξέλιξη αυτή, όπως ανέφερε, έχει διευκολύνει σημαντικά τόσο το σύστημα όσο και την αγορά, μειώνοντας αισθητά το συνολικό κόστος διαχείρισης.

Ο κίνδυνος αυτός αναγνωρίστηκε έγκαιρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να εντάσσει τα φωτοβολταϊκά στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας WEEE. Ο στόχος που τέθηκε είναι σαφής: η ανάκτηση τουλάχιστον του 85% των υλικών κάθε φωτοβολταϊκού πλαισίου. Πρόκειται για έναν στόχο απολύτως ρεαλιστικό, καθώς οι σημερινές τεχνολογικές δυνατότητες επιτρέπουν την ανακύκλωση έως και του 95% των υλικών ενός πάνελ. Το γυαλί, το αλουμίνιο, το πυρίτιο και τα πολύτιμα μέταλλα μπορούν να επανενταχθούν στον κύκλο παραγωγής, περιορίζοντας την ανάγκη για νέες εξορύξεις και μειώνοντας ουσιαστικά το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Διαβάστε ακόμη